Γιώργος Λαμπράκος

Γράφοντας μεταφράζοντας

Προσκεκλημένος από τον Κύκλο Ποιητών να μιλήσω για την τρομερή μας τη λαλιά, νιώθω μεν την υποχρέωση να αναφερθώ στην ποίηση, που ήταν η πρώτη μου αγάπη στα μετεφηβικά χρόνια, αλλά σκοπεύω να εστιάσω στην πεζογραφία, την οποία και τελικά παντρεύτηκα, αν και την απάτησα τρεις φορές, με μία ποιητική συλλογή και δύο θεατρικά. Σκέφτομαι, λοιπόν, πως ο σύγχρονος Έλληνας ποιητής, αν και θα του ήταν οπωσδήποτε ωφέλιμο να γνωρίζει άλλες γλώσσες και να διαβάζει ξένη ποίηση στο πρωτότυπο, δεν του είναι απαραίτητο: μελετώντας σε βάθος την τρισχιλιετή ελληνική γλώσσα, από την επική και λυρική ποίηση, την τραγωδία και την κωμωδία, ακόμα και την αρχαιοελληνική φιλοσοφία που συχνά ενσωματώνει εκπληκτική ποίηση, μέχρι τη βυζαντινή υμνολογία και τη δημώδη στιχουργία, τον Σολωμό και τον Κάλβο, τον Καβάφη και τον Παλαμά, τα δύο Νόμπελ και τον τελευταίο ποιητικό ογκόλιθό μας, τον Καρούζο, και ασφαλώς όποιον άλλον Έλληνα ποιητή ή Ελληνίδα ποιήτρια αγαπά (έχουμε άλλωστε τόσους παγκόσμιας κλάσης), βρίσκεται στην ευχάριστη θέση, ταλέντου υπάρχοντος, να δημιουργήσει ποίηση υψηλού επιπέδου. Όπως είπε εύστοχα ο Κονδύλης σε μια συνέντευξή του, η ελληνική γλώσσα «είναι η μοναδική, ευρωπαϊκή τουλάχιστον, γλώσσα που έχει πίσω της μιαν αδιάκοπη ιστορία τριών περίπου χιλιάδων ετών και συνάμα πέρασε από ποικίλες μετεξελίξεις και μεταλλαγές. Όμως οι προγενέστερες μορφές της δεν εξανεμίστηκαν, αλλά ζουν ακόμα διαφοροτρόπως μέσα της, ως ιζήματα και στρώματα, που κάνουν τη διαχρονία συγχρονία […] η νεώτερη Ελλάδα, που τίποτε δεν πρόσφερε στη θεωρητική σκέψη ή στον τεχνικό πολιτισμό, έδωσε και δίνει υψηλή ποίηση· την ποίηση τη γεννά –την ξεβράζει, θα έλεγα– από μόνη της η δυναμική της ανεπανάληπτης αυτής γλώσσας» (Το αόρατο χρονολόγιο της σκέψης, Νεφέλη, 79-80).

Η πεζογραφία, ωστόσο, δεν γεννιέται, δεν «ξεβράζεται», με τον ίδιο τρόπο. Ο σύγχρονος Έλληνας πεζογράφος –αν θέλει να κάνει σοβαρή δουλειά, με διεθνές εκτόπισμα, όχι μόνο για εσωτερική κατανάλωση– οφείλει να γνωρίζει ξένες γλώσσες, ή, αν δεν γνωρίζει, να διαβάζει μεταφρασμένη πεζογραφία. Εννοείται πως και ο ποιητής που δεν γνωρίζει ξένες γλώσσες αξίζει να διαβάζει μεταφρασμένη ποίηση, και μάλλον θα ωφεληθεί από αυτήν, ωστόσο, όχι μόνο δεν του είναι απαραίτητη, αλλά μπορεί και να τον βλάψει πνευματικά, δεδομένης της φύρας κατά τη μετάφραση, ιδίως όταν πρόκειται για ποίηση απαιτητική, αινιγματική, ερμητική – ένας μετρίως μεταφρασμένος Ντίκενς ή Κάφκα παραμένει ένας μεγάλος συγγραφέας, ενώ ένας μετρίως μεταφρασμένος Μποντλέρ ή Τσέλαν δεν διαβάζεται. Ο Έλληνας πεζογράφος, ιδίως ο μυθιστοριογράφος, δεν μπορεί λοιπόν να δημιουργήσει σημαντικό έργο διαβάζοντας μόνο Ροΐδη και Παπαδιαμάντη, Καζαντζάκη και Καραγάτση, Σκαρίμπα και Βαλτινό, διότι, παρ’ όλη τη σπουδαιότητα των προαναφερθέντων και άλλων πεζογράφων μας, αυτό δεν αρκεί. Αξίζει λοιπόν να πιάσει και να μελετήσει, στο πρωτότυπο ή σε μετάφραση, τον Ραμπελαί και τον Θερβάντες, τον Σουίφτ και τον Στερν, την Όστεν και τη Σέλεϊ, τον Μπαλζάκ και τον Φλομπέρ, τον Τολστόι και τον Ντοστογέφσκι, τις αδελφές Μπροντέ, τον Πόε και τον Μέλβιλ, τον Τζόις και τη Γουλφ, τον Φιτζέραλντ και τον Χέμινγουεϊ, τον Προυστ και τον Σελίν και τον Μαν και τον Μπέκετ και τη ΜακΚάλερς και… και… και ο κατάλογος των ξένων πεζογραφικών γιγάντων δεν έχει τελειωμό. Εάν μάλιστα αξιώνει από το έργο του να έχει στοιχεία φουτουριστικά, δυστοπικά, κοινωνικής και επιστημονικής φαντασίας, σαν αυτά που λόγου χάριν ενυπάρχουν στο δικό μου, πού θα τα βρει όλα αυτά στην κλασική ελληνική πεζογραφία; Ο Λουκιανός είναι κι αυτός μέγας, αλλά μόνος του δεν αρκεί. Εν προκειμένω, λοιπόν, ο Έλληνας πεζογράφος οφείλει να έρθει σε στενές επαφές με τον Βερν και τον Γουέλς, τον Κλαρκ και τον Ασίμοφ, τον Μπράντμπερι και τον Μπάλαρντ, τον Όργουελ και τον Λεμ, τον Ντικ και τη Λε Γκεν, για να αναφέρω λίγα παραδειγματικά ονόματα. Κι αυτό το «οφείλει» δεν είναι ηθικό, αλλά αισθητικό και κοσμοθεωρητικό: όχι δηλαδή επειδή τυχαίνει να μου αρέσει εμένα, αλλά επειδή ο σημερινός κόσμος παραμένει ακατανόητος χωρίς τη λογοτεχνική και θεωρητική επαφή με την τεχνοεπιστήμη που αλλάζει ραγδαία τη σύγχρονη συνείδηση και ευαισθησία.

Προβλέπω και προλαμβάνω την κριτική: πρόκειται για το γνωστό και μη εξαιρετέο πρόβλημα της ξενομανίας, του άγονου πιθηκισμού των ξένων προτύπων, αντί για την αποφυγή τους χάριν της αποκλειστικής αφοσίωσης στην εντοπιότητα. Μα εγώ μιλώ για μια δημιουργική ώσμωση με τα κατάλληλα ξένα πρότυπα, όχι για ένα αμάσητο κατάπιομα. Θα μνημονεύσω εδώ τον Ελύτη, που έλεγε ότι «Έχουμε γίνει μικροαμερικανοί, το χειρότερο που θα μπορούσε να μας συμβεί». (Συν τοις άλλοις, Ύψιλον.) Είχε δίκιο, αν όμως αυτό το απομακρύνουμε προσωρινά από τη συνολική ζωή και το περιορίσουμε στη λογοτεχνία, τότε δεν ισχύει για την πεζογραφία: εδώ αξίζει να είμαστε «μικροαμερικανοί», αν μπορούμε ακόμα και «μεγαλοαμερικανοί», διότι –τι να κάνουμε;– εκεί γράφονται εδώ και έναν αιώνα τα σημαντικότερα πεζογραφήματα. Αλλά αυτά που λέω δεν αρέσουν στους περισσότερους κριτικούς, διότι ούτε τα πολυθέλουν, ούτε τα πολυκαταλαβαίνουν. Μια γνωστή κριτικός λογοτεχνίας συνάντησε τυχαία μια φορά τη γυναίκα μου στον δρόμο και της είπε: «Μαρία, πολύ ωραίο το καινούργιο βιβλίο του Γιώργου, το Αίμα μηχανή, αλλά δυστυχώς δεν μπορώ να γράψω κάτι για αυτό, δεν ξέρω πώς να το προσεγγίσω». Δεν έφταιγε μόνο η ίδια που δεν ήξερε πώς να προσεγγίσει ένα μεταμυθοπλαστικό μυθιστόρημα: το πρόβλημα είναι γενικότερο, αφού δεν διαθέτουμε στα ελληνικά ούτε μία μελέτη για τη μεταμοντέρνα πεζογραφία. Παρά τα φαινόμενα, λοιπόν, χρειαζόμαστε περισσότερη και όχι λιγότερη ξένη πεζογραφία. Ποια όμως; Αυτή που σε μεγάλο βαθμό μάς λείπει: τη μεταμοντέρνα, την πειραματική, την υβριδική, τη συντονισμένη με τον καλώς ή κακώς παγκοσμιοποιημένο κόσμο μας, τον ραγδαία εξελισσόμενο με αιχμή την τεχνοεπιστήμη που τόσο λατρεύουμε να μισούμε.

Εάν δεν πειράζει, ας δούμε μια αναλογία με το μπάσκετ: λένε ότι δεν έχουμε πια καλούς Έλληνες παίκτες επειδή φέρνουμε πολλούς ξένους. Αλήθεια είναι, αλλά η μισή, διότι η άλλη μισή είναι πως οι ελληνικές ομάδες, χωρίς ξένους παίκτες, δεν θα έβλεπαν ευρωπαϊκό κύπελλο ούτε στον 24ο αιώνα, ενώ τώρα μετρούν ήδη δέκα και ελπίζουν και για άλλα. Κάτι παρόμοιο ισχύει και στην πεζογραφία. Μπορεί να θεωρούμε υπερβολικά πολλές τις ξένες μεταφράσεις, αλλά δεν γίνεται αλλιώς, αφού, για να περιοριστώ σε πέντε εν ζωή συγγραφείς (κι έχοντας ήδη αναφέρει αρκετούς παλαιούς δασκάλους), δεν διαθέτουμε Ελληνίδα Άτγουντ ούτε Έλληνα Πίντσον, Ουελμπέκ, Κρασναχορκάι ή Κουτσί. Η ελληνική πεζογραφία, για να είναι αληθινά σύγχρονη, πρέπει (το ξαναλέω, ένα πρέπει αισθητικό και κοσμοθεωρητικό) να μπολιάζεται διαρκώς με την ξένη πεζογραφία, κι αν αυτό θα γίνεται μετά από άμεση επαφή με το πρωτότυπο, ή μέσω μετάφρασης, έχει μικρότερη σημασία.

Παλιά, όπως θυμόμαστε, η συχνή χρήση ξένων λέξεων, και δη με τη δέουσα προφορά, φανέρωνε τον ακκισμό του ομιλητή. Σήμερα είναι αδύνατον, καλώς ή κακώς, για έναν Έλληνα πεζογράφο να μην είναι λιγότερο ή περισσότερο ξενομανής – ακόμα και τα μαθήματα αφήγησης, πλοκής και κατασκευής χαρακτήρων αξίζει να τα παίρνει από τις εκπληκτικές ξένες σειρές που, γεγονός όχι τυχαίο, έχουν εν πολλοίς εκτοπίσει το μυθιστόρημα από την καρδιά του ενδιαφέροντος του σύγχρονου ανθρώπου. Θα το πω κι αλλιώς: όταν ένα σημερινό ελληνικό ποίημα μου ακούγεται πάρα πολύ ελληνικό, δεν ανησυχώ. Απεναντίας, όταν ένα σημερινό ελληνικό πεζογράφημα μου ακούγεται πάρα πολύ ελληνικό, βγάζω μια νοητή κίτρινη κάρτα που φέρει τη μαγική ικανότητα αργά ή γρήγορα να κοκκινίζει. Η ελληνική πεζογραφία, επομένως, έχει ανάγκη την «τρομερή λαλιά» και των ξένων. Πολύ φοβάμαι, λοιπόν, πως οι Έλληνες που γράφουν σήμερα τα καλύτερα μυθιστορήματα είναι ως επί το πλείστον οι μεταφραστές: η Σχινά, ο Κυριαζής, η Παπαδήμα, ο Τσαλής, η Αβραμίδου, ο Καλοφωλιάς, η Δότση, ο Πρίτσας, η Αγγελίδου, ο Τομαράς, η Αργυροπούλου, η Ζαχαριάδου, η Χατχούτ, η Κοέν, η Ιωαννίδου, η Παναγιωτίδου, τόσες και τόσοι ακόμα που είναι αδύνατον να αναφέρω εδώ, δημιουργούν μεταφράζοντας την υψηλότερη πεζογραφία «μας». Για να περιοριστώ στην τελευταία πενταετία, στα καλύτερα «ελληνικά» μυθιστορήματα συγκαταλέγονται, μεταξύ άλλων, τα Έγγραφα Πίκγουικ του Ντίκενς, ο Θάνατος επί πιστώσει του Σελίν, το Τούνελ του Γκας, το Κάτω από το ηφαίστειο του Λόουρι, ο Λαγός του Απντάικ, το Μπάμπιτ του Λούις.

Ας κλείσω με τον Κονδύλη, με τον οποίο άνοιξα. Λέει στην ίδια συνέντευξή του: «Αν οι καθηγητές των ελληνικών πανεπιστημίων, αντί να παραφράζουν βιβλία και να τα δημοσιεύουν με το όνομα τους, μετέφραζαν δύο σημαντικά έργα του κλάδου τους ο καθένας, η βιβλιογραφία μας θα είχε κιόλας άλλη όψη. Όμως οι ίδιοι ξέρουν καλά γιατί παραφράζουν αντί να μεταφράζουν: ακόμα και η καλή παράφραση είναι ευκολότερη από την καλή μετάφραση». (ό.π., 79.) Παραφράζοντας Κονδύλη, θα έλεγα: αν οι Έλληνες συγγραφείς που ξέρουν ξένα γράμματα μετέφραζαν δύο αριστουργήματα ο καθένας, αντί να σπεύδουν να εκδώσουν το επόμενο προσωπικό βιβλίο τους, η βιβλιογραφία μας θα είχε κιόλας άλλη όψη. Έτσι, βαθύτερα υποψιασμένοι και γόνιμα κοσμοπολιτισμένοι, θα προσέφεραν το καλύτερο δώρο, πρωτίστως στον ίδιο τον πεζογραφικό εαυτό τους.

Αθήνα, 2/2/2026

Κύλιση στην κορυφή