Βασιλική Κοντογιάννη
Ι. Θυμήθηκα την παράδοξη ώραΌτανστους ΔελφούςΟ Ομφαλός της Γηςδεν έδειχνε/δε μιλούσε/ δεν άκουγεΚλεισμένοςΒουβόςΑδρός και βαρύςΠώς να αγγίξω;Πού είναι; Κι έπειτα την άλληΌτανΟ Ομφαλός της ΓηςΠίεζεΈσπρωχνεΤέντωνε το δέρμαΓυάλιζε σκληράΑκονίζοντας αισθήσειςΜε πάθοςΦόβουςΑναμονήΧαρά δύναμης Σκιρτήματασε ύδατα ιεράΛεπίδες αθάνατεςηχούσανστον
Ι. Από το φωςπου είδαστα μάτια σουΤότεΠήγασε και πάλιη επιθυμίανα ζήσω ❧ ΙΙ. Κι αν γινόσουν ο κήπος μου;Με μυρωδιά δεντρολίβανουμε τούφες φτέρης αρχαίαςμυθικήςαυτής που ανοίγει τις πόρτεςτου άλλου κόσμου ❧ ΙΙΙ. Ίσως πρέπει να
I.Μερικές φορές μπερδεύομαιΔεν ξέρω αν μου λείπεις εσύή το νερό II.Κι όμωςτα είδαστο χορτάριδίπλα δίπλαπέλματα γυμνάστη δροσιά III.Τα παιχνίδια του δάσους μαςείναι μυστικά μονοπάτιαμουσικές που ξεπηδούν πίσω από θάμνουςφώτααπρόσμεναλίγο πριν το χάραμα Τα παιχνίδια του
Ι. Σκέφτομαι την ‘ώρα’Ωραίος, ώριμοςΩραία, ώριμη,ωριμότητα Ώριμο κούμαροτ’ αγγίζωξεκολλάει μαλακάέρχεταιέτοιμο και μεστόκατακόκκινο και πυκνόγεμάτη γεύση Όταν οι λεβάντες γερνάνεφυραίνει το σώμα–σηκώνεται η ρίζα ολόκληρη–αφήνουν τη γηακολουθούν ήρεμα την κίνηση του χεριούελαφρές έρχονταιέτοιμες για τη φλόγαΚάθε
Μικρή μαύρη θεά από έβενοΛεπτό σώμαλεπτός ψηλός λαιμόςλεπτό πρόσωπολεπτά ανάγλυφα της κόμμωσηςΓραμμές αρμονικές ήρεμης τέχνηςΤο χέρι του τεχνίτη σοφόπέρασε μαλακά πάνω στις καμπύλεςσέβας για την ομορφιά της Ιερή δύναμη του βλέμματοςΑπ’ την κοιλιά ξεπροβάλλειμικρό κεφαλάκι
Ζούσε σ’ ένα πλούσιο χωριό, κάπου στην Αφρική, ένας καλός αρχηγός. Είχε πολλές γυναίκες, νέες κι όμορφες, που δούλευαν στα χωράφια, κατέβαιναν στο ποτάμι για νερό, πηγαίνανε στο δάσος για ξύλα, κοπανούσαν το καλαμπόκι και