Ποίηση
Λευκό πένθος πιασμένοστα πράσα.Ανοίγει το στόμα να πει:«Πώς βρέθηκα εδώ,στην άκρη της νύχτας;» Φωτάκι στην άκρητης νύχτας.Ανοίγει το στόμα να πει:«Φτου για μένα. Θα βγούνε καινούργια τριφύλλιαστους πάγκους, μάνα.» Κερί στο κέντροτης νύχτας.Ανοίγει το στόμα
Έφερνα τον κατακλυσμό στα μάτια μουΑπ’ τον καιρό του ΝώεΥπό βροχή ψηλώνοντας σαν το χορτάριΣτα μέρη που μεγάλωσαΤης Πίνδου το νερόΌπου πατώ να στάζει Ψιχαλιστά βάδισα πλάι σουΝα μην ακούσεις τη βροντή στο στήθος μουΉ
Ι. Tο αλωνάκι …είμεθα εις κάτι ίσκιους… …όταν εν τιμωρία ένας λαός πενθούντων ξαφνικάσαν από κάποιο όνειρο εξεγερμένο βρεθεί ολόσωμος σε μυστικάμονοπάτια και υποπτευθεί ότι το όνειρο τον υπερασπίζεταιως μια μακρινή κοντινή πραγματικότητα τότε αναγνωρίζειπως
ΘΑΝΑΤΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΣΤΟ ΑΡΚΑΛΟΧΩΡΙ Εύκολα θυμώνει η γη στο νησί του Μίνωα.Η εκκλησία του Προφήτη Ηλία γέμισε πληγές.Καθώς μελετούσε τον τρούλο ο αρχιμάστορας,παραμονές της αναστύλωσης,το πρόσωπο του Κυρίου πάνω του έπεσε·πριν προλάβει από χαρά
Κι αν είμαι ο πιο μεγάλος εν ζωήΘεός, καθώς ακούω, (δεν τ’ αποκλείω),πριν αποθάνω θέλω να σας πω:Πικρό ποτήρι γεύομαι ο φτωχούληςπου έστειλα το γιο μου στο σταυρόμη λογαριάζοντας τις επιπτώσεις.Ότι σε τετρακόσια, χίλια τετρακόσια
ΤΟ ΑΡΧΑΙΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ Ενώ ένα φεγγάρι αυγό έβραζε στον ουρανόαναδύθηκα απ’ το νερό άνθρωπος ψάρι,πίσω μου ένας μετεωρίτης σκάει,δεινόσαυροι κάνουν το σάλτο στο κενό,μία αιγύπτια γυναίκα γράφει σε πάπυρο«σε περιμένω»μία γυναίκα στη Λέσβο στο μέσο
ΘΡΗΝΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΟΡΗ ΤΟΥ ΦΟΫΕΡΜΠΑΧ Το φως τις μαύρες νύχτες. Στοιβαγμένα καρπούζιαμε κόκκινες σχισμές που φέγγουνσαν παιδικές παλάμες σαν σκισμένοι χαρταετοί σαν να σφυρίζει απ’ το βουνόκαθώς σκοτείνιασεκαι δεν υπάρχειπουθενάη ψυχή της. ❧ Ο
Μετάφραση: Ελευθερία Τσίτσα ΣΚΙΕΣ ΜΑΣ ΠΡΟΣΠΕΡΝΟΥΝ Θα συναντηθούμε μια μέρα,σαν μια χάρτινη βάρκα καιένα καρπούζι που το δροσίζει το ποτάμι.Η ανησυχία του κόσμου θαείναι μαζί μας. Με τις παλάμεςθα κρύψουμε τον ήλιο και θαπλησιάσουμε ο
Μετάφραση: Κώστας Βραχνός Ο ΗΛΙΟΣ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ Να νιώθεις πως η καρδιά πασχίζει να μιλήσει στα πράγματαν’ ακούσει τόσα όνειρα που ’χουν γίνει παλιές σιωπέςεπειδή τίποτε δεν μπορεί να φύγει δίχως να ψάξει κάποια όχθηΤο