Ποίηση

Έπρεπε την πόρτα να κλειδώσει.Είχε ένα φόβο Αυτός του ύπνου ο άστεγοςκι ήθελε τα βράδια να κλειδώνεικαθώς από την πόρτα πίστευε πως το κακό περνάει.Στο ένα χέρι το κλειδί, στο άλλο τ’ αντικλείδια.Τροφή της ίδιας

Μάνα δε μας λυπήθηκεΜας πέταξε στο βάραθροΒάρος μη γίνουμε στην κοινωνία Και σαν κινούσαμε για πόλεμοΜας έγραφε «ή ταν ή επί τας»Ευχή της και κατάρα Όταν εσείς μηδίσατεΔίνοντας γη και ύδωρΜολών λαβέ στις Θερμοπύλες είπαμε

Μετάφραση: Δημήτρης Αγγελής Είμαι λίγος, είμαι σχεδόναυτές οι γαλάζιες μέρεςαυτή η λεγεώνα του κανενόςκαι αυτός ο ήλιος της παιδικής ηλικίας,απομεινάρι καταστροφής.Υπάρχουν καμπάνες που σπάνε τη σιωπήτων κοπαδιών. Είναι η Κόρινθος.Περπατάμε στην πόλη, κηρύττουμετην αδύναμη ελπίδα,

Μετάφραση: Γιάννης Παλαβός Ο Ν.Κ. Γερμανάκος (N.C. Germanacos) γεννήθηκε στην Κύπρο το 1940. Η μητέρα του ήταν Ελληνοκύπρια και ο πατέρας του γιος Έλληνα ναυτικού από τη Μάνη που μετανάστευσε στο Κάρντιφ περί το 1890.

Μετάφραση: Σωκράτης Καμπουρόπουλος κάποιος βάζει τα καλά του για θάνατο σήμερα, αλλάζει πουκάμισο ή γραβάταγεύεται μια τελευταία ευφορία από βουτυρωμένες φέτες ψωμί, τσάιπροσέχοντας ελάχιστα τη στύση που ήταν η τελευταία τουξυρίζει το πρόσωπό του σαν

ΚΕΝΟ ΑΕΡΟΣ Αχ, ο κομψός ο κύριος Κίμων! ΆσπρισεΚαι μόνος του επισκέπτης ο γιατρός του. Αν ήταν ποιητής, η φαντασίαΘα του προσπόριζε έναν γάτο στα πόδια τουΉ κι ένα δυο ενοχλητικά εγγόνιαΝα καυγαδίζουν για τον

Ο ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΟΣ Απόγευμα ήταν, στο μπαλκόνι τουανοιξιάτικος καφές.Τον αγαπούσα, αν και με κόπο,με απέχθεια έλυνα εξισώσειςκαι προβλήματα για να μη ρίξουντον μέσο όρο μου.Έμαθα ότι πέθανε.Άραγε πρόλαβαν ν’ ασπρίσουν τα σγουράμαύρα μαλλιά; Παράξενο να τον

Η κάπνα του πρωινού ανακατεύεται με τη νύχτα. Ένα ορμητικό τρένο πονά απ’ τα καμένα μετά το καλοκαίρι χωράφια. Κολοκύθες κείτονται γαλήνια κάτω απ’ τον ήλιο, κοκκινίζοντας στον ορίζοντα.

Αύριο η Ρώμη θα δει το μεγαλείο της σε όλη του την φρίκη.Εγώ, ο Κόμμοδος, ο αυτοκράτοράς της,ισόθεος ηγέτης των διεστραμμένων απολαύσεων της,Ηρακλής των αισχρών κατορθωμάτων της,θ’ αντιμετωπίσω στην αρένα το ανθρωποφάγο κτήνος της Αυτοκρατορίας.Το

Αυτό που κάποτε ήταν σύνορα, τώρα είσαι εσύ. ήταν Μάιος, βαθύς και μονότονος, ο δρόμος ανοιχτός από έργα, το χιόνι ξαφνικό, ξηρό. για να είμαι ειλικρινής:
Κύλιση στην κορυφή