Κολάζ: Michael Augustin

Γιώργος Μπλάνας

Αυτοκρατορία – Κομμόδου Τα Εις Μάρκον Αυρήλιον

Αύριο η Ρώμη θα δει το μεγαλείο της σε όλη του την φρίκη.
Εγώ, ο Κόμμοδος, ο αυτοκράτοράς της,
ισόθεος ηγέτης των διεστραμμένων απολαύσεων της,
Ηρακλής των αισχρών κατορθωμάτων της,
θ’ αντιμετωπίσω στην αρένα το ανθρωποφάγο κτήνος της Αυτοκρατορίας.
Το πλήθος θα μαγευτεί, βλέποντας την εξουσία να αιμορραγεί πανάκριβη πρόνοια.
Οι συγκλητικοί θα φρίξουν, βλέποντας το δημόσιο χρήμα να εξανεμίζεται,
νέους φόρους να έρχονται, νέες εξεγέρσεις να ρημάζουν τα χωράφια,
τους κήπους, τις επαύλεις τους. Μόνον εγώ, ο πλέον ακατάλληλος για κριτική
σκέψη και αξιόπιστα συμπεράσματα, θα δω έναν λαό αρπαγμένο
από την αθλιότητα, για να ξεχάσει την αθλιότητά του﮲
μια σύγκλητο αρπαγμένη από την προστυχιά, για να κρύψει την προστυχιά της.

Αύριο κιόλας θα ολοκληρώσω το σχέδιό σου, Μάρκε Αυρήλιε,
σπουδαίε φιλόσοφε, ενάρετε αυτοκράτορα, καμάρι των Ελλήνων σοφιστών
και φως λαμπρό του λαού της Ρώμης, που νομίζει πως η φιλοσοφία
είναι ένα είδος περίτεχνου ανάκλιντρου, που φτιάχνουν μόνο στην Αθήνα.
Γιατί δικό σου σχέδιο ήταν βέβαια όλο αυτό.
Έφυγες πλήρης ιδεών κι άφησες πίσω σου το ποταπό, λάγνο αγόρι,
τον γιο που παραφρόνησες να στέψεις διάδοχό σου
–όπως λένε– ν’ αφανίσει όσα δεν πρόλαβε η σοφία σου.
Δικό σου σχέδιο﮲ βέβαια… Εμένα δεν με ξεγέλασες ποτέ πραγματικά﮲
έστω κι αν χρειάστηκα είκοσι χρόνια, για να καταλάβω
πως δεν είχα πατέρα μια προτομή στο πάνθεο της αυτοκρατορίας:
ένα σημαῖνον για ένα σημαῖνον –όπως θα έλεγε ίσως
ο Σέξτος– είκοσι χρόνια, για να καταλάβω το θέατρο, που έπαιζες.
Πόση φιλοσοφική αταραξία θα μπορούσες να κατακτήσεις,
επεκτείνοντας τα σύνορα της αυτοκρατορίας αμέτρητα μίλια θηριωδίας,
συγκρατώντας την πτώση του νομίσματος περισσότερες από μία φορές,
διατάσσοντας να σου φέρουν το κεφάλι κάποιου βάρβαρου πολέμαρχου,
επειδή έβγαζε πύρινους λόγους στους βαρβάρους του περί ελευθερίας﮲
σχηματίζοντας λεγεώνες χριστιανών, για να διαμελίσουν παγανιστές εχθρούς
στις ερημιές των άθλιων επαρχιών, πριν διαμελιστούν από παγανιστές
γείτονες, στο πολύβουο κέντρο της πατρίδας;
Τι είδος ευδαιμονία θα ήταν αυτό;
Ποιος δαίμονας κρυμμένος στην έλλογη φύση σου
μπορούσε ν’ απολαύσει έξι χιλιάδες εξεγερμένους δούλους,
σταυρωμένους στην ανθισμένη Αππία Οδό;
Θα μου πεις πως τέτοιοι ασυνείδητοι δεν αξίζουν τα λεφτά τους
–όπως έγραψε ο Κικέρων– ή μήπως εσύ;
οι άνθρωποι δεν υποφέρουν από τις συμφορές, αλλά από την ιδέα
της συμφοράς. Ε, κάποιος έπρεπε να το είχε πει
στους δούλους –να μη δείχνουν εκεί πάνω τόσο θλιβεροί,
να μη δηλητηριάζουν με οίκτο τα παιδιά των πατρικίων﮲
να εκπαιδευτούν κανονικά οι άριστοι γόνοι των αρίστων
στην ψυχραιμία, τη λογική, την ηρεμία, την απάθεια,
την εγκράτεια, την αυτοπειθαρχία… των δούλων εννοείται﮲
να μη φτάσουν οι σταυροί μέχρι τα πέρατα της Οικουμένης,
να μην αφανιστεί η κοινότητα θεών κι ανθρώπων από την αταξία.
Μία Φύση, ένας Νόμος, ένας Λόγος:
τα θεμέλια της μίας Οικουμενικής Αυτοκρατορίας –αν δεν κάνω
λάθος. Ένας Λόγος, που οπωσδήποτε θα γίνει
λόγος γενοκτονίας της Φύσης﮲ ένας Νόμος που θα ρυθμίσει
τη μετάβαση από τη μία Οικουμενική Αυτοκρατορία
στη μία Αγία Οικουμενική Αυτοκρατορία,
όπου Λόγος και Φύση και Νόμος θα περάσουν
στη δικαιοδοσία μιας και μόνο αρχής, μιας ομοούσιας τριάδας:
αρένα-κερκίδα-αγορά. Στην αρχή κανείς δεν θα ξέρει
αν είναι σφάγιο, σφαγέας ή θεατής﮲
έμπορος, εμπόρευμα ή πρόφαση εμπορεύματος.
Ύστερα δεν θα ’χει σημασία.
Όποιος τολμήσει να σκεφτεί τέτοιου είδους μάταιες διαφορές,
θα οδηγείται δέσμιος στο υγρό κελί μιας πνευματικής εμπειρίας,
που θα βήχει: Δεν υπάρχει ασφαλέστερη ταυτότητα
από τη διαφορετικότητα, η στιγμή είναι όλος ο χρόνος,
η Μητρόπολη όλος ο χώρος… Μια νέα οικουμενικότητα,
μια ιερή διαφορά ανάμεσα στον δούλο και τη δουλεία του,
τον φτωχό και τη φτώχια του, τον νεκρό και τον θάνατο,
την αξία και το αγαθό, την ισχύ και το ισχύον.
Το σώμα θα ξαναπλαστεί από το μέλλον,
για ν’ αποκτήσει ταυτότητα η διαφορά.

Κύλιση στην κορυφή