Αυτοκρατορία – Κομμόδου Τα Εις Μάρκον Αυρήλιον

Ναι, λοιπόν, είμαι γιος μονομάχου,
του μονομάχου που χάραξες στο σώμα μου
με μια γραφίδα αδίστακτη, σαν δόρυ στην αρένα:
λέξεις-ζώα προορισμένα ν’ αλληλοσπαραχτούν,
γυρεύοντας το ένα στα σπλάχνα του άλλου
την Ουσία της απουσίας κάθε νοήματος﮲
του μονομάχου που έρχεται, κάθε φορά που κλείνω τα μάτια
και στέκεται μπροστά σ’ έναν καθρέφτη και προσπαθεί
να πείσει το πρόβατο που βλέπει να βγάλει κυνόδοντες…

Δεκάξι ετών συναυτοκράτορας﮲
και μήνας Μάιος στην κάτω Γερμανία και χιόνι, χιόνι ανένδοτο.
Προχωρούσαμε αργά: πεντακόσια
μέτρα μέτωπο κατάλευκων λεγεωνάριων,
που σάλευαν στον βυθό μιας θάλασσας από ασβεστόνερο,
όπως έλεγε ο φρουρός μου – και ύστερα:
Θα μας γδάρει η παγωνιά, πριν μας γδάρουν
οι Γερμανοί. Θα δούμε τα φαντάσματά μας ζωντανοί.
Όταν φάνηκαν τα πρώτα δέντρα,
είδα πρώτος εκείνες τις απίστευτες γυναίκες,
με τα μακριά γκρίζα μαλλιά,
τους κατάλευκους πέπλους και τις κόκκινες κάπες.
Άλλες ύψωναν σπαθιά κι άλλες χτυπούσαν τύμπανα.
Ήταν οι γυναίκες των βαρβάρων,
ιέρειες μιας δασόβιας ειμαρμένης, που τρεφόταν με ρίζες,
προσπαθώντας να εκτιμήσει, την πιθανή αξία τους
στην αγορά της Ρώμης. Βάρβαρες Αφροδίτες μιας ηδονής,
που δεν ξεχωρίζει τον θάνατο από τη ζωή –
ωστόσο έτοιμες να μεταμορφωθούν σε φλύαρες Ρωμαίες
οικοκυρές. Ανάμεσα στα δέντρα, περίμεναν τ’ αρσενικά τους,
χορτασμένα αποβραδίς σφαγή του έρωτα.
Όρμησαν απάνω μας με λύσσα. Το αίμα πεταγόταν
και κατασπάραζε το χιόνι στον αέρα.
Δίπλα μου, ένας λεγεωνάριος χωρίς κεφάλι
κι ένα κεφάλι Γερμανού – πρόλαβα να το δω:
βγαλμένο το ένα μάτι, κομμένο το ένα αυτί…
Μετά, σκοτάδι. Το σώμα
του λεγεωνάριου ζητούσε από κάποιον το κεφάλι του
κι εκείνος του εξηγούσε πως δεν χρειάζεται ένα κεφάλι
γεμάτο αρχαίους δαίμονες. Το κεφάλι του Γερμανού
ζητούσε από κάποιον το σώμα του
κι εκείνος του έλεγε πως θα το έχει,
αρκεί να το σκεφτεί με όρους πλατωνικούς.
Άνοιξα τα μάτια. Ένας λύκος είχε ήδη περιλάβει το κεφάλι
του Γερμανού. Τραβούσε ένα κομμάτι σάρκας,
όταν σωριάστηκε χωρίς κεφάλι. Καθώς ο φρουρός μου
τύλιγε ένα σουδάριο στο κεφάλι μου, είδα
το κεφάλι του κάπρου στον λαιμό
του ακέφαλου λεγεωνάριου. Εκείνη την στιγμή,
τα πάντα απείχαν μια παλάμη από το χάος﮲ ωστόσο
διστακτικά, σαν να ’ταν αυτή η απόσταση
το μόνο που μπορούσε να δώσει νόημα στην ύπαρξή τους.
Ένας λεγεωνάριος με κεφάλι λύκου, που είχε στα δόντια του
μια παλάμη πρόσωπο βαρβάρου.
Η πραγματική εικόνα της Αυτοκρατορίας:
μια ζωντανή απομίμηση κλασικής τραγωδίας,
με σκηνικό, το ψύχος ν’ αχνίζει παράλογες αποστάσεις,
να κρύβει την ένδοξη Ρώμη των σπαταλημένων ψυχών,
των άψυχων ψυχών, των ασώματων σωμάτων,
του χρήσιμου ψεύδους, της άχρηστης αλήθειας,
της Συγκλήτου: ενός θιάσου στυγνών γαιοκτημόνων,
συνωμοτών, προαγωγών, λαθρεμπόρων,
καλοθρεμμένων σκουληκιών στο αρχαίο ψοφίμι της Δημοκρατίας.
Από ποια αρετή δεν απέτρεψαν τον λαό;
Σε ποια διαστροφή δεν τον έστρεψαν;
Ποιαν απομίμηση δικαιοσύνης δεν του κάρφωσαν στην πλάτη;
Ποιο λάθος του δεν εκμεταλλεύτηκαν;
Μια φρικτή απομίμηση κλασικής κωμωδίας
κι εγώ μια γελοία απομίμηση διαδόχου ενός σοφού Αυτοκράτορα,
βουτηγμένη στο αίμα, το πύο και κενώσεις ενός ημίθεου κουφαριού.

Κύλιση στην κορυφή