Αυτοκρατορία – Κομμόδου Τα Εις Μάρκον Αυρήλιον

Μπορείς να είσαι βέβαιος για την καρποφορία
του έργου σου. Δεν έχω ούτε την πρόθεση
ούτε τη δυνατότητα να σε απογοητεύσω.
Η βία είναι μητέρα της τάξης και πηγή
του μεγαλείου, όπως λένε οι Γερμανοί,
ατενίζοντας το μέλλον, με τη λαχτάρα
του τροφοσυλλέκτη.
Ανέλαβα τον ρόλο
του Αυτοκράτορα, με πλήρη αίσθηση ευθύνης
απέναντι σε κείνο το παιδί, που έχασε το παιδί του
μια νύχτα, ακούγοντας τους φρουρούς σου
να χτυπιούνται με τους πραιτωριανούς,
έξω απ’ την πόρτα σου κι εσένα, τον φιλόσοφο,
να φωνάζεις: «Τα κεφάλια τους! Τα κεφάλια τους!»
Τώρα, θερίζω κεφάλια ξεδοντιασμένων εκατόνταρχων
σε υπόγεια καπηλειά, στήνω αιματηρά,
όργια στο ανάκτορο, τιμώ –και με το παραπάνω–
τον χαρακτήρα της φυλής, που διαπλάστηκε
σε εκστρατείες με πληγιασμένα πόδια,
κομμένα χέρια και λιανισμένα κεφάλια. Παίζω
καλοστημένη πραγματικότητα –όχι κακοστημένο θέατρο.
Αποδίδω τη Ρώμη στη Ρώμη –μέχρι τελικής Πτώσης.
Παριστάνω τον αυτοκράτορα που παριστάνει τον ημίθεο,
για να μη μπορεί κανείς να ξεχωρίσει
τον ημίθεο απ’ τον χασάπη και τον χασάπη από τον ρήτορα,
που έχει στήσει τον δικηγορικό του πάγκο δίπλα στον φούρναρη.
Αρνούμαι να ξεχωρίσω μια παρθένα από μια πόρνη –
αν υποτεθεί πως μπορεί η ίδια.
Επιμένω να συγχέω τους καλούς με τους κακούς συμβούλους –
αν υποτεθεί πως δεν το θέλουν οι ίδιοι.
Χλευάζω τη ζωή, περιφρονώ τον θάνατο,
σαν γνήσιος φιλόσοφος –παρ’ όλο που δεν σπούδασα φιλοσοφία.
Δεν το επέτρεψες. Παράδοξο και όμως φιλοσοφικό –νομίζω.
Όσα έμαθα –και ήταν αρκετά, για να μπορέσω
να καταλάβω τι δεν πήγαινε καλά στο κεφάλι σου–
τα έμαθα, εγώ ένα παιδί με σκανδαλώδεις τάσεις
από έναν Έλληνα γιατρό με σκανδαλώδεις πρακτικές.
Όταν βουτάς τα χέρια σου στα σπλάχνα ενός νεκρού,
με την ελπίδα πως θα μάθεις κάτι για τη ζωή,
καταλαβαίνεις τη φιλοσοφία καλύτερα από κάθε σοφιστή.
Ιδίως αυτοί θα έπρεπε να ξέρουν πως οφείλεις
ν’ ανοίξουν μερικούς νεκρούς, πριν ανοίξεις
το στόμα σου κι αρχίσεις να λες πράγματα νεκρά.
Μπορεί οι χριστιανοί να έχουν
κάτι καλύτερο να πουν επί του θέματος.
Ξεκοιλιάζουν τα κείμενα των Ελλήνων, σαν ανατόμοι.
Προσπαθούν να διακρίνουν τον θεό τους στις λέξεις
κι όταν δεν μπορούν, επινοούν λέξεις ανάμεσα στις λέξεις.
Αυτό μου φαίνεται πιο αποτελεσματικό –ή κάτι τέτοιο.
Πώς να φτιάξεις έναν καινούργιο κόσμο,
όταν ο παλιός είναι αδιόρθωτα γραμμένος;
Εννοείται πως παίζουν θέατρο. Αν το ξέρουν δεν ξέρω.
Πάντως όχι την κωμωδία μας.
Έχουν ήδη γράψει το δικό τους δράμα –
τόσο μέσα τους, τόσο βαθιά μέσα τους, που νομίζουν
πως είναι κάποιο είδος προφορικής αρετής
σφαγιασμένης από τον δαίμονα της εγγραμματοσύνης.
Πώς αλλιώς να εξηγήσεις τα κείμενά τους,
εκείνο το πάθος για έντερα που λιώνουν,
φλόγες που ξεχύνονται από τα κόκαλα
κι ανοίγουν στη σάρκα φρικτές πληγές,
μάτια που αιμορραγούν σήψη πορφυρή, κομμένα μέλη…
Υπάρχουν χίλιοι-δυο τρόποι να ισχυριστείς πως είσαι το μέλλον﮲
η απαξίωση του παρελθόντος είναι ο πιο ανήθικος.
Εξάλλου δεν μπορώ να καταλάβω γιατί γράφουν
άνθρωποι, που έχουν χίλιους-δυο τρόπους να δείξουν
την αχρειότητά τους.
Πραγματικά με αηδιάζουν.
Αναζητούν ένα νεότερο ψεύδος, για να κρύψουν το παλιότερο.
Αργά ή γρήγορα θα εισβάλουν στα κελάρια της εξουσίας,
θα βγάλουν τα σκουριασμένα εξαρτήματα των παγανιστικών
ημερών και θα τα δώσουν στις χειρότερες ράτσες:
τον μισθοφόρο πατριώτη﮲ τον άριστο πνευματικό νεοσσό,
που νομίζει πως ο κόσμος γεννήθηκε την ώρα
που άκουσε το πρώτο μάθημα ρητορικής﮲
τον δειλό σοφιστή –ιδίως αυτόν– που είναι πάντα
έτοιμος να προσαρμόσει τα ενδοξότερα γαυγίσματα
των πνευματικών ταγών του, στις ανάγκες του αφεντικού του…

Κύλιση στην κορυφή