Αυτοκρατορία – Κομμόδου Τα Εις Μάρκον Αυρήλιον

Πίσω, στη Ρώμη, τρία χρόνια θ’ άκουγα σαν μωρό παιδί
κάθε πολιτικό παλιάτσο, κάθε γελωτοποιό της ευδαιμονίας,
που όταν νιώσει πως η ζωή συνωμοτεί πυρετούς,
ρίγη, πονοκεφάλους, αιμορραγίες, θανάσιμα περιττώματα,
παιδιά με μάτια σκοτεινά, καλεί τον θάνατο στο τραπέζι του
και τον αφήνει να κεράσει, ελπίζοντας πως οι κρίσεις
λυκανθρωπίας των λογιστών της αυτοκρατορίας
θα επαναφέρουν την τάξη. Τρία ολόκληρα χρόνια
θα έκανα τα πάντα για να διατηρήσω την μορφή και το πνεύμα
της παλιάς διοίκησης. Τρία χρόνια,
επιστρέφοντας από το Σπίτι της Συγκλήτου στο παλάτι,
βέβαιος πως όταν συμφωνείς με τον γελωτοποιό
διευκολύνεις τη δουλειά του, τον ευεργετείς.
Δεν περνούσε από το μυαλό μου
πως ένας γελωτοποιός χάνει τα πάντα,
όταν ο αυτοκράτορας παίζει καλύτερα τον ρόλο του.
Τρία χρόνια, τρία ολόκληρα χρόνια,
για να καταλάβω πως υπάρχει κάτι που λέγεται επιβίωση
πάση θυσία και δεν είναι αιτία της αθλιότητας, είναι αποτέλεσμά της.
Κι ακόμα πως η αρένα είναι οι άλλοι.
Όσο για τον λαό, εκείνο το ξερό ποτάμι,
που περιμένει να βρέξει δυστυχία, για να ξεδιψάσει…
ακολούθησα τα σκονισμένα ίχνη των αρετών του.
Στην αρχή μόνο τους κοίταζα στην κερκίδα.
Έτρωγαν, βρίζονταν, πιάνονταν στα χέρια,
ύστερα κάθονταν δίπλα-δίπλα κι άρχιζαν να φωνάζουν:
«Θάνατος! Θάνατος! Αίμα θέλουμε αίμα!» σχεδόν μηχανικά.
Είχαν βαρεθεί, είχαν δει ανθρώπους να πεθαίνουν με κάθε τρόπο.
Χόρτασαν σπλάχνα, κομμένα χέρια, πόδια, κεφάλια,
ακρωτηριασμένες αρκούδες κομματιασμένες από τυφλά λιοντάρια,
απατημένους νάνους να κυνηγούν με ξύλινους φαλλούς
άπιστες ευτραφείς συζύγους, κλάνοντας και φωνάζοντας:
«Κάτι μυρίζει εδώ πέρα, Faustina.
Αν μου αμολήσεις κανέναν μονομάχο, δεν θα σε μνημονεύσω
στο μεγάλο φιλοσοφικό έργο, που ετοιμάζω!»
Ύστερα, σταματώντας κι αποπατώντας στην άμμο.
Κι η άπιστη σύζυγος: «Μα τι ετοιμάζεις –
εσύ το έγραψες κιόλας, Marcus! Μοσχομυρίζει αλήθεια!»
Και τότε ένας θηριώδης Αφρικανός μονομάχος
να μπαίνει στην αρένα και να ξεριζώνει με τα χέρια το κεφάλι
του νάνου φιλόσοφου-αυτοκράτορα της άμμου
κι ένας τίγρης να πετιέται και ν’ αρχίζει να παίζει
μαζί του, σαν χαριτωμένο γατί με το μπαλάκι του,
πριν κατασπαράξει την άπιστη σύζυγο και τον Αφρικανό﮲
κι από πίσω οι υγρές σκιές των καλύτερων καλύτερα νεκρών
σοφών της φυλής να σέρνονται στα τέσσερα αργά,
γλύφοντας το αίμα, ψιθυρίζοντας:
Veritas veritati mendacium – ή κάτι τέτοιο.
Τι, λοιπόν,
προτίθεμαι να κάνω εγώ παρά να ισχυριστώ
πως η αλήθεια είναι το πιο πρωτότυπο είδος θεάτρου;
Και η αλήθεια είναι πως όταν η κερκίδα ξεχάσει την κερκίδα,
όλα είναι θέατρο και το θέατρο ζωή ή το αντίστροφο –
δεν έχει σημασία από πού αρχίζει εκείνος ο χείμαρρος
που είναι η αιτία των πάντων και παρασύρει τα πάντα.
Μπορεί από τον ίδιο τον εαυτό του
(Πότε ο Κόμμοδος έγινε Κόμμοδος
κι άρχισε να παρασύρει τον Κόμμοδο σε αίσχη
που μόνο ο Κόμμοδος θα μπορούσε να κάνει;)
μπορεί από το άπειρο και να ’ρθε η ώρα
να δώσουν λόγο τα πάντα στα πάντα.
Τι, λοιπόν,
έκανα εγώ παρά να διαβάσω
για δική μου αλήθεια τη δική σου υποκρισία;
Τι ψάχνεις άνθρωπέ μου; Την πλατωνική Πολιτεία;
Άφησε την πολιτική να τρέχει σαν μύξα
απ’ τις λεπρές μύτες των ευέλπιδων υπάτων,
συγκλητικών, χιλίαρχων, εκατόνταρχων,
λεγεωνάριων, μονομάχων, πορνών –όλων των σχολών–
εμπόρων, σωματεμπόρων, σοφιστών…
Κάνε το βήμα σου.
Κάνε αυτό που δεν δουλεύει να δουλέψει… ε;
Έτσι δεν έγραφες σ’ αυτό το… αυτά…
τα κλαψουρίσματα στον εαυτό σου; Ναι,
Τα εις εαυτόν κωκύματα θα έπρεπε να επιγραφούν.
Σιχαίνομαι να συμφωνώ μαζί σου –και δεν είναι καθόλου σπάνιο.
Υπάρχουν στιγμές που νομίζω πως είμαι ό,τι σκότωσε
μέσα σου η φιλοσοφία. Σαν να μου φωνάζεις
με όλη τη δύναμη της πατρικής σου απουσίας,
ανάμεσα στις λέξεις που σε κρατούσαν πάντα
σπαρακτικά –σχεδόν διεστραμμένα– μακριά μου:
«Η αυτοκρατορία είναι το θέατρο.
Πέρα από τον Δούναβη, οι βάρβαροι το έχουν καταλάβει
κι ετοιμάζουν το δικό τους έργο. Αηδιάζουν βλέποντας
εύπορους πολίτες ν’ αρνούνται σε ζητιάνους την αξία ενός ψωμιού,
αλλά να πληρώνουν την αξία ενός γουρουνιού,
για να δουν τον ζητιάνο ν’ αποκεφαλίζεται στην αρένα.
Εκείνοι –ιδίως οι Γερμανοί– θα δάνειζαν το ποσό στον ζητιάνο
κι αργά ή γρήγορα θα είχαν έναν δούλο.
Τι νόημα έχει ο θάνατος, όταν δεν αποφέρει τίποτα;
Σαν να λέμε: οι βάρβαροι δεν χρειάζεται να σπουδάσουν
λογική στην Αθήνα, για να μπουν στο νόημα της ζωής.

Κύλιση στην κορυφή