Αυτοκρατορία – Κομμόδου Τα Εις Μάρκον Αυρήλιον

Τα ήξερες, φιλόσοφε, όλα αυτά… Εκτός αν…
Τι φανταζόσουν, όταν έσερνες μαζί σου στις εκστρατείες
έναν ύπατο δεκάξι χρόνων, για να τον αποσπάσεις
απ’ τις ταβέρνες και τα πορνεία; Προφανώς
κανείς δεν μπορεί να διοικήσει μιαν αυτοκρατορία
από τα καταγώγια. Αλλά δεν είναι
καθόλου βέβαιο πως δεν μπορεί να μάθει
να κυβερνά μιαν αυτοκρατορία καταγωγίων στα καταγώγια.
Πρέπει να ξέρεις, ποια αθλιότητα νομίζει ο πληβείος
πως θα τον βγάλει από την αθλιότητά του.
Αν μια φουκαριάρα, άνεργη μανάβισσα
μπορεί να διαπρέψει, σαν μισόγυμνος παλιάτσος στην αρένα,
αν ένας κουρελιάρης γελωτοποιός μπορεί να μπαινοβγαίνει
με άνεση στα σπίτια των πατρικίων, σαν θιασάρχης
και πρωταγωνιστής, προσφέροντας απολαύσεις,
που δεν πλήττουν το κύρος τους με επισκέψεις
στα λαϊκά θεάματα, χορταίνοντας τις πατρικίες τους ηδονές,
που δεν πλήττουν την αρετή τους με νυχτερινές εξόδους
σε άθλιες τρώγλες, γεμάτες εραστές χαρακωμένους,
με δάχτυλα λεπίδες, που σκίζουν ρόδινη σάρκα
κι ανάσα μαστίγιο﮲ κι ένα κουρέλι ριγμένο απάνω τους
ν’ αφήνει ηδονικά ακάλυπτο το νευρικό, μυώδες,
έτοιμο για χρήση σώμα, αν –λέω– αν ακόμα
κι ο πιο φρικτός λοιμός είναι απλά
ένα σκόνταμμα στον δρόμο για την προσωπική
επιτυχία, αν καθένας πολίτης μπορεί
να σχεδιάζει το άθλιο μέλλον του,
όλοι μαζί βολεύονται με το άθλιο παρόν.
Ιδού τι μπορεί να μάθει ένας εκπαιδευόμενος αυτοκράτορας,
ανάμεσα σε μερικές κανάτες κρασί.
Τι παραπάνω θα μπορούσε να προσφέρει το πεδίο μάχης,
σ’ έναν έφηβο, που μάχεται μέρα-νύχτα τον έφηβό του;

Ωστόσο σε ακολούθησα.
Σύρθηκα ανάμεσα στον θάνατο και τον θάνατο,
με την ταχύτητα του ερπετού, που το κυνήγησαν χίλιες φορές
ύπουλοι δούλοι, στα σεντόνια των κυριών τους.
Φίδι δεν λένε πως με ονειρεύτηκε η μητέρα στην κοιλιά της;
Φίδι κάποιου τυχαίου μονομάχου, που απόλαυσε τυχαία.
Τι να πω! Μια γυναίκα, που κάνει δεκατρία παιδιά
σ’ έναν φιλόσοφο, δεν γίνεται να μην τον κλέψει
στο μέτρημα… Πως σκότωσες αυτόν τον μονομάχο
κι έβαλες την άπιστη μητέρα να πλυθεί
με το αίμα του, δεν το πιστεύω –αν και δεν έχει σημασία.
Η αλήθεια είναι ένα ξερόκλαδο στον γκρεμό σου﮲
το παίρνεις μαζί σου στην πτώση.
Εγώ απλά ονειρεύτηκα το αίμα ν’ ανορθογραφεί
παράξενα πάθη στο γλυκό της πρόσωπο,
στον τρυφερό λαιμό, τα στήθη τα λαχταριστά, τις θεϊκές θηλές.
Ύστερα επέστρεψα στην εγγράμματη πραγματικότητα,
προσπαθώντας να μην ξεράσω πάνω στον δάσκαλό μου
τα παραθετικά του αναλφαβητισμού του:
άθλιος, αθλιότερος, αθλιότατος… Μετά;
Μέχρι εκεί μπορεί να φτάσει μια γραμματική;
Και η απελπισία, η τρέλα, που γκρεμίζει
τον δύστυχο άνθρωπο στον λάκκο του ανθρώπου;
Δεν είναι αυτά βαθμοί της αθλιότητας;
Ας ρωτούσε τους φρουρούς μου,
ας άκουγε μια μέρα φωτεινή δίπλα στις τριανταφυλλιές,
τις ιστορίες τους, για σφαγές και βιασμούς﮲
ας προσπαθούσε να διατυπώσει σωστά
το χάος της ψυχής και του μυαλού του πιο ηλικιωμένου,
που όσην ώρα μιλούσε για τα αισχρά του
κατορθώματα, λάξευε ένα ξύλινο αλογάκι,
να μου το δώσει μ’ ένα χάδι στα μαλλιά.
Ειρωνεία; Χλευασμός; Σαρκασμός; Αστεϊσμός;
Ή απλά σιωπή στην άκρη του χεριού,
που πρόδωσε το χέρι στις εσχατιές της οικουμένης,
για χάρη του υπερθετικού ενός λαού,
που διέπρεψε στις τέχνες και τα γράμματα;

Κύλιση στην κορυφή