Το νόημα της ζωής!
Δεν αμφιβάλω πως μπορεί να έχει λογική
αυτή η πληγή στη γλώσσα – αμφιβάλω
αν έχει οποιαδήποτε λογική η λογική.
Ποια λογική κάνει αυτοκράτορα τον αυτοκράτορα
και δούλο τον δούλο;
Μπήκα στην αρένα,
γελοίος, ντυμένος Αμαζόνα κι ήταν εκεί μπροστά μου ο δούλος:
ένας θηριώδης, πάνοπλος μονομάχος. Θα μπορούσε
να κομματιάσει με γυμνά τα χέρια
έναν αυτοκράτορα, που παρίστανε τον γελωτοποιό
(γιατί όχι το αντίθετο;).
Τον είχαν διατάξει να μην αντισταθεί,
να πεθάνει ευχαρίστως απ’ το χέρι του κυρίου του, αλλιώς
θα έχανε το μόνο που του είχε απομείνει:
τη ζωή του –έτσι κι αλλιώς εξ ημισείας κι αυτή.
Τον είχαν παγιδεύσει ανάμεσα στον θάνατο και τον θάνατο.
Τον κοίταζα, περίμενα να το σκεφτεί,
του έδωσα χρόνο να δει λογικά την κατάσταση.
Γιατί να μη με λιανίσει με μια κίνηση παραδειγματική;
Με άφησε να τον λιανίσω αργά, κοπιαστικά,
λαχανιάζοντας αίμα δικό του και ιδρώτα δικό μου.
Μου χάρισε τη ζωή.
Αναγόρευσε τον γελωτοποιό σε αυτοκράτορα,
τη γελοία Αμαζόνα σε κύριο του κόσμου.
Είναι λογικό να πεθαίνει ένας άνθρωπος,
για να ξεφύγει τον θάνατο;
Μπορώ να φανταστώ πως ένας καλός σοφιστής
θα εύρισκε τον τρόπο ν’ αποδείξει
πως ο θάνατος έχει δίδυμο αδελφό –ίσως ηθοποιό…
Έχουν ειπωθεί και μεγαλύτερες ανοησίες.
Και θα ειπωθούν ακόμα περισσότερες,
όσο οι φιλόσοφοι συνεχίζουν να πιστεύουν
στη φωτεινή αυτοκρατορία της σοφίας,
επινοώντας τη σοφία κάθε σκοτεινής αυτοκρατορίας.
Μετά από τόσες χιλιάδες αδύναμα πλάσματα
κομματιασμένα από πανίσχυρα κτήνη,
μετά από τόσα μαγευτικά ζώα,
παραμορφωμένα από σπαθιά και δόρατα,
μετά από τόσο μπαγιάτικο οίκτο για μεγαθήρια,
μετά από τόσες βάρβαρες πολεμίστριες
να πνίγουν με τα χέρια υπερβόρειους λύκους,
σχεδόν γυμνές από την πάλη,
έτοιμες να λύσουν το αιώνιο πρόβλημα
των κρατικών λειτουργών μας
–θηλυκά αγόρια γυμνασμένα
στη γνήσια πάλη των ξέπνοων ψαθών–
δίχως τον κίνδυνο να εκτεθούν τα βογκητά τους
στα λαχανιάσματα των κυριών τους.
Άγριες Αμαζόνες, που σπέρνουν φόβο
και τρόμο του θανάτου από λαγνεία.
Μετά από τόση πραγματικότητα
να κομματιάζει τους μύθους, να φτιάχνει
απ’ τα κομμάτια τους εκτρώματα ιδεών,
αδιανόητες παραστάσεις
εμβρόντητων φιλοσόφων της αρένας,
που ταΐζουν με ακρωτηριασμένες λέξεις
τους παράφρονες φιλοσόφους της κερκίδας…
Μετά απ’ όλα αυτά, η Ρώμη δεν υπάρχει πια
παρά σαν κακοπαιγμένος μίμος.
Κι έτσι κάθε απένταρος θιασάρχης
μπορεί να στήσει μια πειναλέα αυτοκρατορία
με δυο Ισπανούς νάνους
και μια Βρεττανή με τέσσερα πόδια,
σε οποιονδήποτε ταχυδρομικό σταθμό.
Το πολυσύχναστο κρεβάτι της ξενοδόχας
ξέρει –όσο τουλάχιστον κάθε συγκλητικός
και πληρωμένος πραιτωριανός– ποιος θα στεφθεί
αυτοκράτορας το επόμενο πρωί.
Λοιπόν, ποια στωική ειμαρμένη, ποιο επικούρειο παρόν,
ποια κυνική ελευθερία, ποια χριστιανική αγνότητα,
παίζει στα ζάρια το μέλλον με τον ταχυδρόμο,
που ελπίζει σε μια δική του εταιρία μεταφοράς πληροφοριών;
Από το μέλλον έρχεται ο θάνατος –από το μέλλον κι η ζωή.
Στο μεταξύ εμείς προσπαθούμε να διακρίνουμε στο ξένο αίμα
τι μπορούμε να περιμένουμε.
Προς τι λοιπόν η ταραχή,
όταν ο αυτοκράτορας τίθεται επικεφαλής του θιάσου Αυτοκρατορία;
