Ιανουάριος 2026

Στον Παναγιώτη Νικολαΐδη Περασμένα μεσάνυχταΈνας κτύπος στην πόρτααναστατώνει τη βραδινή ησυχίαΈνας κτύπος ξερός, μοναχικόςσαν παράκληση αγνώστουή ειδοποίηση που φιλεύσπλαχνασυνέτρεξεΆφησα κάτω τα κομμάτια μουκαι φόρεσα τα καλά μουΎστερα γύρισα το χερούλιΗ Αντιγόνη μέσα στο σάβανοχαμογελούσεΜη φοβάσαι!

Όποια έμπαιννεν μες στο κομμωτήριον της έφκαιννεν άλλος άνθρωπος. Επέρναν την κάθε πελάτισσαν που κόσ̆σ̆ινον: για την ζωήν, την δουλειάν, την οικογένειαν, τες χαρές τζ̆αι τες λύπες, για να φτάσει στα μαλλιά της καθεμιάς. Αν

Ι – ΑΠΛΗΣΤΙΑ – Πού είναι ο ξακουστός ναός του θεού Ήλιου;– Ψάξε, ψάξε δεν θα τον βρεις. Τον κατέστρεψαν, ανέγειραν τον Άγιο Δομήνικο. – Ο χρυσός, πού πήγε τόσο χρυσάφι που δόξαζε τον Θεό;–

Τρία ζητήματα προέκυψαν όταν πέθανε ο παππούς. Το πρώτο ήταν ποιος θα πήγαινε καθημερινά να ανάβει την καντήλα στον τάφο. Το δεύτερο, πώς θα πλήρωναν για να αγοράσουν το μνήμα. Και το τρίτο, τι δέντρο

Και οἱ συνεσταυρωμένοι αὐτῷ ὠνείδιζον αὐτόν.ΜΑΡΚΟΣ, 15, 32 Ἀποκριθείς δέ ὁ ἓτερος ἐπετίμα αὐτόν λέγων: Οὐδέ φοβῇ σύ τόν Θεόν, ὃτιἐν τῷ αὐτῷ κρίματι εἶ; […] Μνήσθητί μου, Κύριε, ὃταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σουΛΟΥΚΑΣ,

Γεννήθηκα διζυγωτικό.Το μη-όμοιό μουπέθανε σχεδόν αμέσως μετά την πρώτη ανάπτυξή μας.Η προσωπικότητά μου πλάστηκεσ’ ανάμνηση του μισού που μου λείπει. Είναι ο αδερφός μου που συστρέφεται τη νύχταχορογραφώντας την κωμωδία των σφαλμάτωνσε μια διαδικασία μεταβίβασηςπου

Όταν κατέβασε τον Οδυσσέα μες στον Άδη, του φάνηκε πως μαζί με άλλους νεκρούς ήρθε και η δική του μάνα. Τον άγγιζε ο αέρας της θλίψης της και τον ρωτούσε πώς είναι τα μάτια σου

HΛΙΟΒΑΣΙΛΕΜΑ ΣΤΟ TAJ MAHAL Του είχε θέση όρους προτούαναχωρήσει η μελαγχολικήΜη και δει ξανάηλιοβασίλεμα στο Taj MahalΚαι τα κορίτσια της Agraσταμάτησαν να χαμογελούνκι αναστέναζαν Σήκωσε άνοιξη μια μέραστο Παλιό Δελχί ο KartikΤα κορίτσια ολόφωταστο κάρδαμο,

Στην άκρη του κήπου ένας μικρός ασιατικόςκόκκινος λουλακί λευκός υάκινθος αλί αλί αλίαλί μου μόνος αλυχτάει – θρηνητικά και αδιάλειπτα. Στην άνθηση, πενθεί τον τραγικό και θείο έρωτα, αυτόντου ποιητή για το έρημο κορίτσι, τη

Είμαι το φύλλο ενός δέντρουπου δεν φύτεψε άνθρωποςείμαστε αμέτρηταείμαστε η πλειοψηφίαείμαστε οι δρυμοίτα δασοτόπιαδεν μας φυτέψατεδεν μας περιποιηθήκατεόπως τα μαλθακά δεντράκια στον κήπο σαςδεν θα μας αγγίξετε ποτέόμως ξέρουμε για σαςαπό τους ποιητές και τα

Κύλιση στην κορυφή