Κείμενα

Απόδοση: Σοφία Κ. Μωραΐτη Φ. ΣΝΑΪΝΤΕΡ: Πριν εξετάσουμε τα υπέρ και τα κατά του εθνικισμού, δεν θα ήταν καλύτερο να αναρωτηθούμε τι είναι και από πού προέρχεται; Ο. ΠΑΣ: Δεν είναι μια απλή συζήτηση. Το

Λάτρης του ουσιαστικού κινηματογράφου, ο διηγηματογράφος Ηλίας Χ. Παπαδημητρακόπουλος κατέθεσε εντατικά τον κριτικό οβολό του και σε αυτό το πεδίο, ευρισκόμενος πια εγκατεσπαρμένος μέσα στις τρεις συναγωγές δοκιμιακών κειμένων του που κυκλοφόρησαν με τους τίτλους

Το φεγγάρι χιονίζει ξεσκλίδια σάρκας. Πλάι στο παράθυρο –τλικιτλάκ τλικιτλάκ τλικιτλάκ– πέρα δώθε στην κουνιστή πολυθρόνα. Θυμάμαι. Για να είμαι πιο ακριβής, αυτή τη στιγμή, το σώμα μου θυμάται. Το σώμα μου θυμάται και ζωντανεύει,

Οι ταινίες είναι συντροφιά, είναι φρενάρισμα χρόνου, είναι χρώματα, κινήσεις, μουσική, γωνίες λήψης, μυρωδιές, κι εγώ σαν σκυλί τις ακολουθώ. Μερικές ταινίες είναι ποιήματα και μυθιστορήματα. Τις ταινίες τις αγαπώ και τις «μισώ» –επειδή με

ΤΟ ΑΡΧΑΙΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ Ενώ ένα φεγγάρι αυγό έβραζε στον ουρανόαναδύθηκα απ’ το νερό άνθρωπος ψάρι,πίσω μου ένας μετεωρίτης σκάει,δεινόσαυροι κάνουν το σάλτο στο κενό,μία αιγύπτια γυναίκα γράφει σε πάπυρο«σε περιμένω»μία γυναίκα στη Λέσβο στο μέσο

Τριγύριζα στην αίθουσα του μουσείου παρατηρώντας τα μπρούτζινα γλυπτά, όταν κεραυνοβολήθηκα αντικρίζοντάς τον.

Πρώην σύζυγος δικαστικού επιμελητή, ετών σαράντα πέντε, με δυο βαθιές ουλές στο μάγουλο, εθεάθη μεσάνυχτα μ’ ένα σκεπάρνι στα χέρια να προχωρά αθόρυβα, να εισβάλλει εις ιατρείον νυν συζύγου και να κάνει λαμπόγυαλο όλα τα

Παρήλθον έτη έκτοτε, έτη πολλά. Ήταν οι πρώτοι μήνες της αφίξεώς μου. Ταξίδευα την απεραντοσύνη της νότιας ηπείρου, όλος περιέργεια και σύγχυση. Εδώ, εκεί, πάνω, κάτω, παντού, δρόμος ανεπίστροφος, διάνεμα τόπου, φάντασμα. Πώς βρέθηκα σε

Η καρδιά του τον πρόδωσε την ώρα που κολυμπούσε, μετά από εξήντα επτά χρόνια αδιάλειπτης λειτουργίας. Ήταν απόγευμα, Σεπτέμβρης, κι είχε βουτήξει στα νερά της Αγίας Άννας, ο μόνος κολυμβητής την ώρα εκείνη. Η Χώρα

ΘΡΗΝΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΟΡΗ ΤΟΥ ΦΟΫΕΡΜΠΑΧ Το φως τις μαύρες νύχτες. Στοιβαγμένα καρπούζιαμε κόκκινες σχισμές που φέγγουνσαν παιδικές παλάμες σαν σκισμένοι χαρταετοί σαν να σφυρίζει απ’ το βουνόκαθώς σκοτείνιασεκαι δεν υπάρχειπουθενάη ψυχή της. ❧ Ο

Κύλιση στην κορυφή