Ποίηση

Ι. Από το φωςπου είδαστα μάτια σουΤότεΠήγασε και πάλιη επιθυμίανα ζήσω ❧ ΙΙ. Κι αν γινόσουν ο κήπος μου;Με μυρωδιά δεντρολίβανουμε τούφες φτέρης αρχαίαςμυθικήςαυτής που ανοίγει τις πόρτεςτου άλλου κόσμου ❧ ΙΙΙ. Ίσως πρέπει να

Μετάφραση από τα ιταλικά: Σωτήρης Τριβιζάς ΤΗ ΜΕΡΑ ΠΟΥ ΘΑ ΠΕΘΑΝΩ Μαμά, τη μέρα που θα πεθάνωο ουρανός θα συνεχίσει να είναιξεδιάντροπα γαλάζιος;Κι η θάλασσα να μουρμουρίζειτις αλμυρές και σκοτεινές της λέξεις;Τη μέρα που θα

ΟΛΕΣ ΟΙ ΑΝΗΦΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ Αυτή – μοναχή της απ’ το μπαλκόνι της κοιτάειμε το νυφικό της Κασσάνδραςκαι τα μαλλιά της θολάόπως έχουν γίνει τώραΠερνούν από πάνω τηςόλα τα αεροπλάνα του κόσμου Αυτοί – ξαπλωμένοι

ΟΙΔΙΠΟΥΣ ΠΟΥ ΕΠΙΣΤΡΕΦΕΙ Αν κάποτε έπρεπε να γράψω μια επιστολή σ’ έναννέο ποιητή, θα του παρέδιδα απλώς μια σελίδακατάλευκη. Τη ζωή μου την ξόδεψα σε ακατανόηταοράματα. Ονειρεύτηκα το χυμένο αίμα του πατέρα μουκαι τα ολόγυμνα

I.Μερικές φορές μπερδεύομαιΔεν ξέρω αν μου λείπεις εσύή το νερό II.Κι όμωςτα είδαστο χορτάριδίπλα δίπλαπέλματα γυμνάστη δροσιά III.Τα παιχνίδια του δάσους μαςείναι μυστικά μονοπάτιαμουσικές που ξεπηδούν πίσω από θάμνουςφώτααπρόσμεναλίγο πριν το χάραμα Τα παιχνίδια του

Όταν χάλασε το κλιματιστικό στο δωμάτιο του γιου μουέστειλα μήνυμα στον ψυκτικό Μετά από διαβουλεύσεις ημερώνμου ζήτησε ένα βίντεο με τα λαμπάκια τουήθελε να δει πως αναβοσβήνουνμου είπε ότι το τέμπο τουςμεταδίδει τον κωδικό του

ΕΝΣΥΝΕΙΔΗΤΩΣ σκιαγμένοι φούρα-φούρα είτε ψιθυρίζοντεςπερνούν’ εμπρός από το σπίτι του εδωνάσκυφτοί όταν τι εγγύς που ο φόβος θαν μαγκώνειθ’ αρρωστημένα σφάζει αδρές ψυχές ‒ αλλάεξαπολύοντας κάποτες με υψωμένην τήνγροθιά σε οπόσα «ανάθεμα» κακουργηματικάθ’ απολεπίστηκαν και

Αυτό που λέει ο Ιωάννης είναι αξιοπρόσεχτο:Υιός Θεού, να γράφει με το δάκτυλοτα ορνιθοσκαλίσματά του απά στη σκόνη! Έκτοτε, φαίνεται, κανένας δεν ανέγνωσετι έγραψε, τι ήθελε να πει και το γιατί.Αν όμως έσκυβε λιγάκι με

ΠΑΡΑΜΥΘΊΑ για χρόνια το περίμενε πότε θα μεγαλώσεικαι όταν πια διέσχισε κατώφλι στα τριάνταάρχισε να μικραίνειέγινε τόσο μα τόσο μικρήπου χωρούσε να περάσει μέσα από μία κλειδαρότρυπααπ’ το στομάχι μιας αγελάδαςκι απ’ τον φυσητήρα μιας

Κοιμάμαι πάνω στο γαλήνιο νερό και στα δάχτυλά μου λάμπουνοι αστερισμοί της Ανδρομέδας.Ω, καημένη Οφήλια, απλώνεσαι σαν πάναγνος θηριώδης κρίνος,κλαίειο μακρινός αχός των γυναικών πέρα μακριά στο δάσος. Κοιμάμαι ανάμεσα στα λευκά μου πέπλα εκατό

Κύλιση στην κορυφή