Ποίηση

ΕΝΣΥΝΕΙΔΗΤΩΣ σκιαγμένοι φούρα-φούρα είτε ψιθυρίζοντεςπερνούν’ εμπρός από το σπίτι του εδωνάσκυφτοί όταν τι εγγύς που ο φόβος θαν μαγκώνειθ’ αρρωστημένα σφάζει αδρές ψυχές ‒ αλλάεξαπολύοντας κάποτες με υψωμένην τήνγροθιά σε οπόσα «ανάθεμα» κακουργηματικάθ’ απολεπίστηκαν και

Αυτό που λέει ο Ιωάννης είναι αξιοπρόσεχτο:Υιός Θεού, να γράφει με το δάκτυλοτα ορνιθοσκαλίσματά του απά στη σκόνη! Έκτοτε, φαίνεται, κανένας δεν ανέγνωσετι έγραψε, τι ήθελε να πει και το γιατί.Αν όμως έσκυβε λιγάκι με

ΠΑΡΑΜΥΘΊΑ για χρόνια το περίμενε πότε θα μεγαλώσεικαι όταν πια διέσχισε κατώφλι στα τριάνταάρχισε να μικραίνειέγινε τόσο μα τόσο μικρήπου χωρούσε να περάσει μέσα από μία κλειδαρότρυπααπ’ το στομάχι μιας αγελάδαςκι απ’ τον φυσητήρα μιας

Κοιμάμαι πάνω στο γαλήνιο νερό και στα δάχτυλά μου λάμπουνοι αστερισμοί της Ανδρομέδας.Ω, καημένη Οφήλια, απλώνεσαι σαν πάναγνος θηριώδης κρίνος,κλαίειο μακρινός αχός των γυναικών πέρα μακριά στο δάσος. Κοιμάμαι ανάμεσα στα λευκά μου πέπλα εκατό

Με ένα φόρεμα πουάΚαι τα γυαλιά ηλίουΚοίταζες τη θάλασσα Και με το πόδι πάνω-κάτω νευρικάΛες κι ήτανε να κρατηθείςΕνώ κουνούσε άγρια το πλοίο Μόλις τα μαύρα σου γυαλιάΤα έβγαλεςΜια κάλμα όλο γύρω έπεσεΜια νηνεμία όπως

Ας γράψουμε πως δεν χάθηκες Έκλαψα ορμητικάνομίζω αντάξιατου βασιλιά Δαβίδκι από κοπάδια ξέρωτι είναι να χάνεις τον αμνόΑλλά να μη σε σκοτίζω μ’ αυτάθα ’χεις ακούσει παρόμοια ❧ Στο Ταγκανρόγκ Τώρα που η σκόνη γίνεται

Στον φίλο που χάθηκε… Δεν έχεις χρόνο για δεν υπάρχει χρόνοςκαι δεν προφταίνεις για κανείς δεν προφταίνει.Που δεν προλαβαίνεις δεν είσαι ο μόνος,είπα: δεν είσαι ο μόνοςπου του φτάνει ο κόμπος στο χτένι. Κουράζεσαι πολύ,

Ι. Σκέφτομαι την ‘ώρα’Ωραίος, ώριμοςΩραία, ώριμη,ωριμότητα Ώριμο κούμαροτ’ αγγίζωξεκολλάει μαλακάέρχεταιέτοιμο και μεστόκατακόκκινο και πυκνόγεμάτη γεύση Όταν οι λεβάντες γερνάνεφυραίνει το σώμα–σηκώνεται η ρίζα ολόκληρη–αφήνουν τη γηακολουθούν ήρεμα την κίνηση του χεριούελαφρές έρχονταιέτοιμες για τη φλόγαΚάθε

«ΛΗΜΝΙΑ ΧΕΙΡΙ» «Ωμός και παράνομος θάνατος»,εξηγεί το βυζαντινό λεξικό της Σούδας.Όμως δεν εννοεί των Πελασγών τα χέρια,που κατέσφαξαν στη Λήμνο τις Αθηναίες γυναίκες τουςμαζί με τα μωρά τους.Στις πιστές του Ήφαιστου πέφτει η μομφή,για μια

ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΙΟΥΔΑ Ό,τι κι αν με δίδαξαν για σέναεγώ θα σ’ αγαπώ.Αν είχα γιο θα του έδινα το όνομά σου.Αν είχα εικονοστάσι σ’ εσένα θα έλεγατις μύχιες προσευχές μου.Θα σ’ αγαπώ γιατί ατύχησεςνα

Κύλιση στην κορυφή