Ποίηση

Με ένα φόρεμα πουάΚαι τα γυαλιά ηλίουΚοίταζες τη θάλασσα Και με το πόδι πάνω-κάτω νευρικάΛες κι ήτανε να κρατηθείςΕνώ κουνούσε άγρια το πλοίο Μόλις τα μαύρα σου γυαλιάΤα έβγαλεςΜια κάλμα όλο γύρω έπεσεΜια νηνεμία όπως

Ας γράψουμε πως δεν χάθηκες Έκλαψα ορμητικάνομίζω αντάξιατου βασιλιά Δαβίδκι από κοπάδια ξέρωτι είναι να χάνεις τον αμνόΑλλά να μη σε σκοτίζω μ’ αυτάθα ’χεις ακούσει παρόμοια ❧ Στο Ταγκανρόγκ Τώρα που η σκόνη γίνεται

Στον φίλο που χάθηκε… Δεν έχεις χρόνο για δεν υπάρχει χρόνοςκαι δεν προφταίνεις για κανείς δεν προφταίνει.Που δεν προλαβαίνεις δεν είσαι ο μόνος,είπα: δεν είσαι ο μόνοςπου του φτάνει ο κόμπος στο χτένι. Κουράζεσαι πολύ,

Ι. Σκέφτομαι την ‘ώρα’Ωραίος, ώριμοςΩραία, ώριμη,ωριμότητα Ώριμο κούμαροτ’ αγγίζωξεκολλάει μαλακάέρχεταιέτοιμο και μεστόκατακόκκινο και πυκνόγεμάτη γεύση Όταν οι λεβάντες γερνάνεφυραίνει το σώμα–σηκώνεται η ρίζα ολόκληρη–αφήνουν τη γηακολουθούν ήρεμα την κίνηση του χεριούελαφρές έρχονταιέτοιμες για τη φλόγαΚάθε

«ΛΗΜΝΙΑ ΧΕΙΡΙ» «Ωμός και παράνομος θάνατος»,εξηγεί το βυζαντινό λεξικό της Σούδας.Όμως δεν εννοεί των Πελασγών τα χέρια,που κατέσφαξαν στη Λήμνο τις Αθηναίες γυναίκες τουςμαζί με τα μωρά τους.Στις πιστές του Ήφαιστου πέφτει η μομφή,για μια

ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΙΟΥΔΑ Ό,τι κι αν με δίδαξαν για σέναεγώ θα σ’ αγαπώ.Αν είχα γιο θα του έδινα το όνομά σου.Αν είχα εικονοστάσι σ’ εσένα θα έλεγατις μύχιες προσευχές μου.Θα σ’ αγαπώ γιατί ατύχησεςνα

Είμαι μια καταστροφή αεικίνητη,οργισμένη θάλασσα,σύννεφο που φουσκώνει την κοιλιά του,ποτάμι που κλοτσά τις πέτρες του,χώμα που πόδι κανενός δεν πάτησε γιατί μέσα τουριζώναν αγκάθια,μεταμελημένη κόλαση,αμεταμέλητος παράδεισος,ταραγμένο γέλιο, κόκκινος επίδεσμος,όξινα δάκρυα, πληγωμένα σπλάχνα,νεφρό θλίψεις φορτωμένο,σιδερένια πέτρα,μεσημέρι

ΡΗΤΟΡΙΚΗ ΠΑΡΑΙΣΘΗΣΗ Στο αεροδρόμιοόταν χάνω τον κόσμοόταν τρέμουν τα πόδια,οι άγνωστοι ξένοιπου περνούν με βαλίτσεςας με δουνας μ’ ακούσουν. Άραγε θα μπορέσων’ αρθρώσω «βοήθεια»σε μια γλώσσα γέφυραπου θα ξέρουν κι εκείνοιή θα βγει από μέσα

ΤΟ ΤΡΑΙΝΟ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ Το τραίνο της αγάπηςΑγνοείΤο σκληρό αλάτιΠου μ’ αυτό κάθε πρωίΗ χοντρή κυρίαΠλένει το σώμα τηςΔιατηρώντας την απόστασηΑνάμεσαΣτους λευκούς και τους μαύρους,Ενώ σ’ ένα σκοτεινό τούνελΑιφνίδιες λάμψειςΦωτίζουνΤο αλφάβητοΜιας αγέννητης γλώσσαςΣε μια ρόγα

Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής Γιὰ σένανε ποὺ ξέρεις πῶς τραγουδάει ἡ πέτρακαὶ ποὺ ἡ εὐαίσθητη τοῦ ματιοῦ σου κόρη ξέρει πιὰ τὸ βάρος νὰ μετράει ὁλόκληρου βουνοῦ ἐπάνω σὲ γλυκό μάτι,καὶ πῶς ὁ ἠχηρὸς ὁ βόγκος

Κύλιση στην κορυφή