Αφιέρωμα στον Γκότφριντ Μπεν

Β. Ο Μπεν και τα λουλούδια

(Αστέρες. Ένα από τα λουλούδια με τα οποία ο Μπεν ασχολείται στα ποιήματά του)

Ο ώριμος πια Μπεν στρέφεται με ιδιαίτερο πάθος στα λουλούδια ως μέσο το οποίο αποτελεί ένα κατά κάποιον τρόπο πρότυπο για την εξακρίβωση της ύπαρξης. Εκτός από τον αστέρα (ένα είδος μοβ μαργαρίτας), στα ποιήματά του ανθίζουν ακόμη η ερείκη, η φορσύθια και η αγροκυδωνιά. Περισσότερο όμως απ’ όλα, ο Μπεν δείχνει την προτίμησή του στα τριαντάφυλλα. Πολλές είναι οι ποικιλίες ρόδων που εμφανίζονται στους στίχους του. Ποικιλία δεν παρουσιάζουν όμως μόνο οι χρωματικοί τους τόνοι αλλά και οι συναισθηματικές αποχρώσεις που υπαινίσσονται.
Μετά το 1945 τα ποιήματά του αντιπροσωπεύουν μια ευρεία γκάμα αναζητήσεων. Ενώ ο ίδιος ψάχνει για μια αποκλειστική έννοια της Αισθητικής, τα ποιήματά του αντλούν δυναμισμό από την άρνηση της σημασίας της Ιστορίας και της επίδρασης του ανθρώπινου παράγοντα:

ΔΥΟ ΜΟΝΟ

Σχήματα πολλά διασχίσαμε:
διατρέξαμε το Εγώ, το Εμείς, το Εσύ,
όμως και μ’ αυτά ναυαγήσαμε,
διαρκώς ρωτώντας «Προς τι;»

Παιδαριώδης είναι αυτή η απορία
και αργά κατάλαβες ότι η καρτερία
είναι το μόνο που όλα τα διέπει
–ας λέγονται έννοια, μανία ή μυθολογία–
για να αντέξεις τα ετεροκίνητά σου «πρέπει».

Είτε ήταν ρόδα, πέλαγα ή χιόνια
έσβησαν όλα κι ας ανθούσαν χρόνια∙
γιατί δυο μόνο υπάρχουν: το Κενό
και το μοιραίο, το σημαδεμένο Εγώ.

Στίχοι όπως οι παραπάνω, έχουν μετά το 1945 μια απελευθερωτική επενέργεια στους Γερμανούς. «Το σημαδεμένο Εγώ»: Μέσα σε αυτήν τη φράση δεν εμπεριέχεται μόνο πολύ πείσμα αλλά και αντίσταση στην αναγνώριση της ενοχής για την προηγηθείσα περίοδο του εθνικοσοσιαλισμού, εποχή η οποία στην μεταπολεμική γερμανική κοινωνία γίνεται αντιληπτή ως «Μοίρα»: Οι Γερμανοί θεωρούν τον εαυτό τους θύμα και όχι δράστη.

⸙⸙⸙

Γ. Περιφρονητική χειρονομία

Στη δεκαετία του 1950 η ελεύθερη στιχουργική του Μπεν, η απλή, καθημερινή γλώσσα των ποιημάτων του και η αντικειμενική περιγραφή των περιστάσεων που επιχειρεί, είναι εξαιρετικά ασυνήθιστες. Το υψηλό και το υποδεέστερο συνευρίσκονται σχεδόν προγραμματισμένα στους στίχους του, αντιμετωπίζει με την ίδια μαεστρία την ωδή και τον ύμνο με τους ήσσονες μύθους και καταγράφει τα πάντα, δημιουργώντας τη δική του υβριδική και εκλεπτυσμένη μορφή Τέχνης.

Ο Μπεν είναι σε θέση να παρακολουθήσει τη μεταμοντέρνα αντίληψη. Σπάει το πάθος, όταν αυτό απειλεί να γίνει πανίσχυρο, και –τα τελευταία χρόνια της ζωής του– διανθίζει τη γλώσσα με όλο και περισσότερα στοιχεία της καθημερινής αργκό, με υπαινιγμούς της λαϊκής κουλτούρας. Έχει μια απότομη και ψύχραιμη στάση. Το ηχόχρωμα Μπεν παίζει με στοιχεία της ποπ, πριν ακόμα αυτή υπάρξει ως όρος.

Ωστόσο ο ηλικιωμένος πια Μπεν μοιάζει απογοητευμένος και με μια περιφρονητική χειρονομία αποδοκιμάζει την πολιτική μέθη, στην οποία υπέκυψε για μικρό χρονικό διάστημα γύρω στο 1933. Τα τελευταία δέκα χρόνια της ζωής του αποτελούν έναν απροσδόκητο θρίαμβο. Παρ’ όλα αυτά περνά τα εξηκοστά του γενέθλιά το 1946 σχεδόν μόνος και συναλλάσσεται μόνο με την οικονόμο του.

⸙⸙⸙

Δ. Τέχνη μακριά από την πολιτική

Τα εβδομήντα του, ωστόσο, γενέθλια –λίγο πριν από τον θάνατό του το 1956– αποτελούν μια επίσημη κρατική διοργάνωση, στην οποία παρευρίσκονται όλες οι διασημότητες τις εποχής. Με την ποιητική του τέχνη είχε βρει το νεύρο εκείνων που δεν θα ήθελαν να σκέφτονται το παρελθόν, αλλά το παρόν. Γι’ αυτό και θα ήταν καλό, αν η τέχνη έμενε μακριά από την πολιτική. Μεταπολεμικά, την εποχή που είχαν και πάλι ξεκινήσει οι συζητήσεις για την αναβίωση της Ποιητικής Ακαδημίας της Πρωσίας, ο Μπεν γράφει στον φίλο του Όλτσε:

«Στην ερώτησή μου σχετικά με το ποιο θα ήταν το νόημα και το περιεχόμενο αυτής της Ακαδημίας σήμερα, παίρνω την απάντηση «εκπροσώπηση». Είναι γελοίο, λέω εγώ! Ποιος θα εκπροσωπεί ποιον και τι; Το 1933 τα μέλη της διαγράφηκαν κατόπιν διαταγής των φασιστών, σήμερα θα διαγράφονταν κατόπιν διαταγής των αντιφασιστών, αύριο, αν έρθουν οι Καθολικοί στην εξουσία, θα κρεμάσουμε μια Μαντόνα στον τοίχο και θα βάλουμε μερικά κομποσκοίνια μπροστά στους συμμετέχοντες. Γι’ αυτό, αν υπάρχει τέχνη, τότε είναι αυτόνομη. Αν πάλι δεν υπάρχει, να πάμε στα σπίτια μας».

⸙⸙⸙

Επόμενη σελίδα

Κύλιση στην κορυφή