ΚΑΝΕΙΣ ΜΗΝ ΚΛΑΨΕΙ
Ρόδα, ένας Θεός ξέρει πόσο όμορφα,
και η πόλη καταπράσινη
τα δειλινά
στο πέρασμα των χρόνων!
Με πόση δίψα αναπολώ τα χρόνια,
που η ζωή κρεμόταν από μερικές δεκάρες,
που –στριμωγμένος απ’ τη φτώχεια– τις μετρούσα
κι έπρεπε να περάσω τις μέρες μου μ’ αυτές∙
τι λέω μέρες; Εβδομάδες! Με ψωμί και κομπόστα δαμάσκηνο
από πήλινα κιούπια
που είχαμε φέρει απ’ το πατρογονικό χωριό
κι ανάδιδαν της φαμίλιας τη φτώχεια ακόμη.
Πόσο πικρά ήταν αυτά, πόσο ωραία, πόσο συγκινητικά!
Προς τι η αίγλη των Ευρωπαίων προφητών,
των τρανταχτών ονομάτων,
των Σταυρών Αξίας,
όλων αυτών των φίλαυτων που μόνο θησαυρίζουν;
Αχ, μόνο το εφήμερο είναι ωραίο,
η φτώχεια εκείνη κάποτε,
η βραδύνοια που την υστέρηση της δεν καταλαβαίνει
σκούζοντας άνεργη στην ψάθα.
Υπέροχος αυτός ο Άδης
που παίρνει τους βραδύνοες
όπως και τους προφήτες.
Κανείς μην κλάψει,
κανείς μην πει: «εγώ, ο τόσο μόνος».
⸙⸙⸙
ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΕΣ
Καταστροφές –
μα όπου δεν υπάρχει τίποτ’ άλλο να καταστραφεί,
γερνούν και τα συντρίμμια ακόμη,
ριζώνουν πικροράδικα, νευρόχορτα
σαν νύξη γονιμότητας
στο άτολμο χώμα.
Καταστροφές –
μια ένδειξη τουλάχιστον ότι εδώ υπήρχε κάτι:
μάζα, δομή, συνάρμοση –
ω λέξη ωραία
με ήχο
γεμάτο,
αντίλαλο γενέθλιων κάμπων!
Καταστροφές –
ω λέξη γκρίζα και μακριά σαν ύπνος τρωκτικού
με μπόρες, σύννεφα, σκοτείνιασμα των φύλλων
που διαρκείς,
εκεί όπου θα ʼπρεπε να είναι καλοκαίρι
με παγωτά, ολόδροσους χυμούς, πάρτι
σε ακρογιαλιές
μια νύχτα ολόφωτη απ’ τ’ αστέρια.
⸙⸙⸙
ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ʼΝΑΙ ΘΛΙΨΗ
Σ’ εκείνο το μικρό κρεβάτι –σχεδόν παιδικό– πέθανε η Ντρόστε
(μπορεί κανείς να το δει στο μουσείο της στο Μέρσμπουργκ),
σ’ αυτόν εδώ τον καναπέ ο Χέλντερλιν, μες στον πυργίσκο κάποιου
μαραγκού,
ο Ρίλκε και ο Γκεόργκε σε ελβετικών νοσοκομείων μάλλον τα κρεβάτια∙
στη Βαϊμάρη απλωμένα βρίσκονταν
του Νίτσε τα μεγάλα μαύρα μάτια
σ’ ένα προσκέφαλο λευκό
ως το στερνό του βλέμμα –
όλα σαβούρα τώρα πια ή ανύπαρκτα τελείως,
ασήμαντα, αγνώριστα
μέσα στην άσπλαχνη και αιώνια φθορά.
Μέσα μας φύτρα έχουμε απ’ όλους τους θεούς,
θανάτου γόνο, μα κι αυτόν της ηδονής –
ποιος τα διαχώρισε: τις λέξεις και τα υλικά,
ποιος τα ανάμειξε: τα βάσανα και το κρεβάτι αυτό
που επάνω του τελειώνουν.
Τα ρυάκια των δακρύων με το ξύλο:
για λίγες ώρες ένα άθλιο ενδιαίτημα.
Δε μπορεί να ʼναι θλίψη. Πολύ μακριά, πέρα πολύ,
πολύ απρόσιτα, κρεβάτι και δάκρυα,
ούτε Ναι, ούτε Όχι,
γέννηση κι άλγος του κορμιού και πίστη,
ένας αέρινος κυματισμός –ανώνυμος– ένα θρόισμα:
κάτι απόκοσμο που στον ύπνο σαλεύοντας
δάκρυα και κρεβάτι μετακίνησε –
αποκοιμήσου!
[«Δεν μπορεί να ʼναι θλίψη»: Πρόκειται για το τελευταίο ποίημα που έγραψε ο Μπεν, βαριά άρρωστος, στις 6.1.1956. Πέθανε τον Ιούλιο του ίδιου έτους.]
⸙⸙⸙
