ΕΝ ΜΕΡΕΙ
Στο πατρικό μου σπίτι δεν κρέμονταν Γκαίνσμπορω
δεν έπαιζαν Σοπέν
μια παντελώς πεζή ζωή, άμουση∙
ο πατέρας μου είχε πάει μόνο μια φορά θέατρο
αρχές του αιώνα:
Βίλντενμπρουχ «Ο κορυδαλλός»
αυτό μας έτρεφε,
αυτό ήταν όλο.
Παρελθόν όλα τώρα πια
γκρίζες καρδιές, γκρίζα μαλλιά
ο κήπος τώρα έδαφος πολωνικό
τα μνήματα εν μέρει
σλάβικα όπως όλα,
γερμανοπολωνική μεθόριος
φέρετρα με περιεχόμενο άνευ αξίας
τα παιδιά τούς θυμούνται
οι σύζυγοι κι εκείνοι ακόμα λίγο
εν μέρει
μέχρι να συνεχίσουν.
Τέλος και αμήν.
Και σήμερα, θερινή νύχτα κάποιας μεγαλούπολης
στον κήπο ενός καφέ
έναστρος ουρανός
από το πλαϊνό τραπέζι συγκρίσεις
για τα ξενοδοχεία της Φρανκφούρτης,
οι κυρίες ανικανοποίητες
αν οι επιθυμίες τους είχαν βάρος
θα ζύγιζε χίλιες οκάδες καθεμιά.
Όμως, τι φλαιρ! Νύχτα ζεστή
βγαλμένη λες από τουριστικό κατάλογο και
οι Ladies σαν από τα παραμύθια:
απίθανες καλλονές
πόδια ατέλειωτα, χυτά,
δεν τολμάς να φαντασιωθείς
πως σου δίνονται.
Τα ανδρόγυνα απεναντίας υστερούν
δεν τις φτάνουν –μπάλες χτυπούν το δίχτυ–
αυτός καπνίζει, εκείνη παίζει με τα δαχτυλίδια της
πράγματι είναι άξια απορίας
η σχέση γάμου και ανδρικής φιλοπονίας –
καθήλωση ή ώθηση;
Τόσα ερωτηματικά! Μνήμες
μιας θερινής νυχτιάς
φεγγρίζουν μια στιγμή και σβήνουν, πάνε…
Στο πατρικό μου σπίτι δεν κρέμονταν Γκαίνσμπορω
τώρα όλα ξέφτισαν
εν μέρει θάμπωσε όλη η εικόνα.
Σέλαχ. Αμήν.
⸙⸙⸙
