Αφιέρωμα στον Γκότφριντ Μπεν

ΙΙΙ. Επίλογος

«Τρεις ώρες ανατολικά του Όντερ»: Ένα ταξίδι στη γενέτειρα του Γ. Μπεν
Τόμας Σμιντ

(Ο ποταμός Όντερ)

«Τρεις ώρες ανατολικά του Όντερ». Ο Γκότφριντ Μπεν χρησιμοποίησε αυτή τη φράση μια φορά αναφερόμενος στην περιοχή Ζέλιν όπου μεγάλωσε. Όταν την έγραψε, το 1934, το Ζέλιν δεν βρισκόταν βεβαίως από την άλλη μεριά των συνόρων, αλλά ανήκε ακόμη στη γερμανική επικράτεια, στην περιοχή Νόιμαρκ, ακριβώς στα μισά της διαδρομής μεταξύ Στέτιν και Φρανκφούρτης (Όντερ). Ωστόσο, για τον σχεδόν 50χρονο Μπεν –ο οποίος εν τω μεταξύ ζούσε στο Βερολίνο– το αγαπημένο αυτό μέρος της παιδικής του ηλικίας βρισκόταν ήδη από τότε πολύ μακριά. Στο κείμενό του «Το Κληροδότημα», ο Μπεν επιχειρεί να ακολουθήσει τα ίχνη της καταγωγής του: Ο αυστηρός πατέρας, γόνος μιας οικογένειας παστόρων της Βόρειας Γερμανίας με μακρά εκκλησιαστική παράδοση, η στοργική μητέρα με καταγωγή από τη γαλλόφωνη Ελβετία: «Στον γάμο των γονιών μου συγχωνεύθηκαν το γερμανικό και το ρομανικό στοιχείο». Αυτό που ήθελε έτσι να τονίσει –και στο οποίο στη συνέχεια αναφέρεται λεπτομερώς– ήταν πως «δεν είναι Εβραίος αλλά Άριος». Πρόκειται για μια δήλωση αποστασιοποιημένη, ψύχραιμη, χωρίς αναγνωρίσιμα αντισημιτικά υπονοούμενα. Στη συνέχεια γράφει:

«Έξι μηνών όταν ήμουν, οι γονείς μου μετακόμισαν στο Ζέλιν. Εκεί μεγάλωσα. Ήταν ένα χωριό με 700 κατοίκους στον βόρειο γερμανικό κάμπο, με μια μεγάλη κατοικία για τον πάστορα με μεγάλο κήπο, τρεις ώρες ανατολικά του Όντερ. Αυτή είναι ακόμη και σήμερα η πατρίδα μου, αν και δεν γνωρίζω πια εκεί κανέναν. Γη παιδική, απέραντα αγαπημένη. Εκεί μεγάλωσα με τα άλλα αγόρια του χωριού, μιλούσα τη ντοπιολαλιά, έτρεχα έως τον Νοέμβριο ξυπόλυτος, πήγα στο εκεί σχολείο, πήρα την ευλογία μαζί με τα υπόλοιπα χωριατόπουλα, πήγαινα με το κάρο στα χωράφια το καλοκαίρι στο θέρισμα του σανού, έβοσκα γελάδια, έκοβα από τα δέντρα κεράσια και κάστανα, πελεκούσα φλογέρες από κλαδιά ιτιάς την άνοιξη, χάλαγα φωλιές.
Οι πάστορες εκείνη την εποχή λάμβαναν ένα μέρος του μισθού τους σε είδος. Έτσι, κάθε οικογένεια της ενορίας έπρεπε να τους δίνει το Πάσχα δύο τρία φρέσκα αυγά –θυμάμαι ολόκληρα καλάθια να στέκουν γεμάτα ως επάνω στο σπίτι μας–, και το φθινόπωρο κάθε κατηχούμενος τους πρόσφερε από μια καλοθρεμμένη χήνα. Μπροστά στο σπίτι μας υψωνόταν μια τεράστια φλαμουριά –και εκεί βρίσκεται ακόμη–, μια μικρή σημύδα μεγάλωνε πλάι στην κεντρική είσοδο –και ακόμα εκεί μεγαλώνει–, κι ένας παλιός τουβλόχτιστος φούρνος βρισκόταν απόμερα, στο βάθος του κήπου. Αδιάκοπα άνθιζαν οι πασχαλιές, οι ακακίες και η μοναδική φράγκουλα».

Μέσα σε λίγες γραμμές, ο Μπεν σκιαγραφεί ένα λιτό μεν, αλλά ειδυλλιακό τοπίο, τοποθετώντας το όμως σε ένα τόσο μακρινό παρελθόν, ωσάν να πρόκειται για έναν πια σχεδόν λησμονημένο χρόνο. Αν και η τεράστια φλαμουριά εξακολουθεί να στέκεται και η σημύδα συνεχίζει να μεγαλώνει –ο Μπεν, άρα, διατηρεί μια εποπτεία στη γη της παιδικής του ηλικίας– όλα έχουν χαθεί, μοιάζει να έχουν περάσει στον χώρο των σκιών, συνεχίζοντας να υπάρχουν σχεδόν μόνο στα λόγια. «Και εκεί βρίσκεται ακόμη»: Μια φράση που ηχεί σαν μια μικρή, αντιδραστική, πεισματάρικη κραυγή θριάμβου, μέσα στην οποία μολαταύτα υποβόσκει και μια παραπονιάρικη χροιά. Κοιτάζοντας από το Βερολίνο στα ανατολικά, ο Μπεν απωθεί γεωγραφικά το χωριό της παιδικής του ηλικίας μέσω της αινιγματικής φράσης «τρεις ώρες ανατολικά του Όντερ». Ακούγεται σαν να πρόκειται για μια τεράστια απόσταση, έναν τόπο απροσπέλαστο, πίσω απ’ τα βουνά.

Στην πραγματικότητα, το μέρος δεν ήταν τόσο μακριά. Το Ζέλιν –σήμερα Τσήλιν– , το οποίο πια ανήκει στο Βοεβοδάτο της Δυτικής Πομερανίας, βρίσκεται μόλις 16 χιλιόμετρα ανατολικά του Όντερ. Ο Όντερ βρίσκεται συνεπώς κοντά. Ο Μπεν επεκτείνει την απόσταση –χωρίς να το λέει– αναφέροντας μόνο τις τρεις ώρες που χρειαζόταν ως αγόρι, για να φτάσει με τα πόδια από τις όχθες του Όντερ στο Ζέλιν. Ο συγγραφέας Φραντς Φύμαν είχε κάποτε πει σε μια διάλεξη ότι τα ποιήματα του Μπεν, «ενώ στην πραγματικότητα είναι ξόρκια, αποτελούν ταυτόχρονα και μελέτες»: διαβάζονται απλά, όπως κανείς μιλά, και την ίδια στιγμή ο αφηγητής ξεμακραίνει με τρόπο μαγικό μέσω της ροής του λόγου. Κάτι από την υψηλή αυτή τέχνη μπορεί να γίνει επίσης αντιληπτό στην πυκνή –φαινομενικά μόνο εκθεσιακή– η εξιστόρηση αναμνήσεων από τον τόπο της παιδικής του ηλικίας. Ο Μπεν παρουσιάζεται ψύχραιμος, κατασκευάζοντας παράλληλα και έναν μικρό μύθο. Ένα φαντασιακό μέρος τέτοιας ωραιότητας, η οποία σχεδόν αγγίζει τα όρια μιας τελειότητας που πονά.

Ένα από τα τελευταία του ποιήματα, δημοσιευμένο το έτος 1956, δείχνει ότι ο Μπεν γνώριζε πώς να συνδυάζει μύθο και καθημερινή ομιλία χωρίς θόρυβο. Έτσι, χωρίς καθόλου να αναφέρεται ο συγκεκριμένος τόπος, γίνεται στο ποίημα λόγος για το χωριό της παιδικής του ηλικίας, και μάλιστα με τρόπο από την πρώτη κιόλας ματιά ρεαλιστικό. Οι στίχοι φέρουν τον απλό, λακωνικό τίτλο «Εν μέρει», ενώ ο ίδιος φαίνεται να μιλά για μια περίοδο στερήσεων και απελπισίας. Οι δύο πρώτες στροφές:

Στο πατρικό μου σπίτι δεν κρέμονταν Γκαίνσμπορω
δεν έπαιζαν Σοπέν
μια παντελώς πεζή ζωή, άμουση∙
ο πατέρας μου είχε πάει μόνο μια φορά θέατρο
αρχές του αιώνα:
Βίλντενμπρουχ «Ο κορυδαλλός»
αυτό μας έτρεφε,
αυτό ήταν όλο.

Παρελθόν όλα τώρα πια
γκρίζες καρδιές, γκρίζα μαλλιά
ο κήπος τώρα έδαφος πολωνικό
τα μνήματα εν μέρει
σλάβικα όμως όλα,
γερμανοπολωνέζικη μεθόριος
φέρετρα με περιεχόμενο άνευ αξίας
τα παιδιά τούς θυμούνται
οι σύζυγοι κι εκείνοι ακόμα λίγο
εν μέρει
μέχρι να συνεχίσουν.
Τέλος και αμήν.

Μολονότι το συγκεκριμένο ποίημα αποτελεί αναμφίβολα έναν επικήδειο, παραμένει περίεργα νηφάλιο. Ο αυστηρός πατέρας έδινε τον τόνο στην οικογένεια θέτοντας το δεσμευτικό πλαίσιο. Η οικογένεια πάλι από την άλλη, δεν διαγράφεται ως μια ένωση αγάπης, αλλά καθήκοντος, αξιόπιστη μεν αλλά ψυχρή, μια ανάσα μακριά από τη φτώχεια, μια σύνδεση ατόμων λες από ανάγκη. «Αυτό ήταν όλο»: Ο σαρκασμός αυτής της πρότασης όμως δεν αρκεί. Γιατί παρ’ όλα αυτά μας δημιουργείται η εντύπωση, ότι το λίγο ήταν πολύ: αλησμόνητο. Τώρα όμως, το 1956, το πατρικό σπίτι δεν μοιάζει μόνο να έχει αποτραβηχτεί βαθιά μέσα στη μνήμη, αλλά επιπλέον έχει και από πολιτική άποψη απομακρυνθεί: βρίσκεται πέρα από τη γραμμή Όντερ-Νάισε, στην άλλη πλευρά των γερμανοπολωνικών συνόρων: «ο κήπος έδαφος πολωνικό». Και να πάλι αυτή η ψυχραιμία και η ψυχρότητα –«φέρετρα με περιεχόμενο άνευ αξίας»–, η οποία ωστόσο δεν έχει να κάνει με κυνισμό, αλλά αποτελεί θρήνο για μια οριστική απώλεια, για το ξέφτισμα των αναμνήσεων. Έτσι, ενώ κάποιος για μια στιγμή πιστεύει ότι μπορεί πάλι να προσανατολιστεί σε αυτό το τοπίο, αισθάνεται ξαφνικά ολότελα χαμένος. Και όπως συμβαίνει συχνά με τον Μπεν, το όμορφο κι εδώ ξεπηδά από το αποκρουστικό, το αιώνιο από τη φθορά. Στο τέλος όμως όλοι πρέπει να συνεχίσουν.

Η γιγαντιαία φλαμουριά δεν στέκει πια σήμερα στο Τσήλιν. Ούτε η σημύδα και ο χτιστός φούρνος. Όμως πολύ κοντά στην πάλαι ποτέ προτεσταντική και σήμερα καθολική εκκλησία, με τη μεγάλη επιγραφή «1704» ψηλά πάνω από την είσοδο, υπάρχει ακόμη η πρώην κατοικία του πάστορα. Δεν είναι τόσο μεγάλη όσο την περιγράφει ο Μπεν μέσα από τις παιδικές του αναμνήσεις. Είναι ανακαινισμένη, αλλαγμένη. Τα χτιστά σκαλοπάτια που έβγαζαν στον δρόμο, δεν υπάρχουν πια. Τα τούβλα, ευδιάκριτα σε παλιές φωτογραφίες, είναι σοβαντισμένα, το σπίτι είναι γκρίζο και φαντάζει κάπως απωθητικό. Με την πρώτη ματιά δεν θα πίστευε κανείς ότι υπήρχε το 1886, πριν περισσότερα, δηλαδή, από 130 χρόνια.

Το χωριό Τσήλιν, όπου στις μέρες μας ζουν 600 άνθρωποι, διαθέτει ένα κατάστημα τροφίμων. Η παλιά αγορά στεγάζει τώρα ένα σχολείο. Περισσότερα δεν υπάρχουν. Μόνο μερικά όμορφα παλιά σπίτια στέκουν εδώ και εκεί ακόμη. Κατά τα άλλα, το χωριό δείχνει αδιάφορο και εγκαταλειμμένο όπως πολλά χωριά στο Βοεβοδάτο της Δυτικής Πομερανίας. Πουθενά δεν υπάρχει κάποια αναφορά ότι ο Γκότφριντ Μπεν πέρασε την παιδική του ηλικία σε αυτήν την «απέραντα αγαπημένη γη», όπως και κανείς δεν μπορεί επίσης να γνωρίζει, αν όντως κι εκείνος την είχε αγαπήσει τόσο πολύ.

[Δημοσιευμένο στο μπλογκ του Τόμας Σμιντ.]

Κύλιση στην κορυφή