Αφιέρωμα στον Γκότφριντ Μπεν


II. Ποιήματα


ΣΚΩΛΗΚΟΕΙΔΗΣ ΑΠΟΦΥΣΗ

Λευκά κι ακονισμένα περιμένουν όλα τώρα,
σημειωμένη κι η τομή και το νυστέρι αχνίζει
και μέσα σε άσπρα πανιά κάτι που κλαψουρίζει.
«Κύριε, μυστικοσύμβουλε, εμπρός! Έφθασε η ώρα!»

Χρατς! Με κόψιμο μοιάζει ψωμιού έτσι όπως τον σφάζω.
«Σφιγκτήρες!» Κάτι πετιέται πέρα εκεί που κοκκινίζει.
Βαθιά η πληγή κι ολόφρεσκη η σάρκα ιριδίζει.
Υπάρχουν τριαντάφυλλα στου τραπεζιού το βάζο;

Αυτό που πιτσιλίζει είναι πύον;
Το έντερο μην είναι ίσως ραγισμένο;
«Γιατρέ, αν στέκεστε στο φως είναι μεγάλο μείον:
Ακόμα κι απ’ τον διάβολο το περιτόναιο μένει κρυμμένο.
Νάρκωση! Μου είναι αδύνατον να συνεχίσω!
Τον ασθενή να πάει βόλτα την κοιλιά του ανοιχτή θ’ αφήσω».

Υπόκωφη και υγρή σιωπή, μα απότομα στον χώρο
ακούγεται ένα ψαλίδι να βροντά επάνω στα πλακάκια.
Μια αδελφή με της ιώβειας υπομονής το θείο δώρο
το χέρι της απλώνει με άσηπτα μπαμπάκια.

«Δεν βρίσκω τίποτα! Τα σπλάχνα κολυμπούν στη βρόμα!»
«Το αίμα μαύρισε. Τη μάσκα κάποιος ας τραβήξει!»
«Μα, Κύριε των δυνάμεων! Κρατήστε σταθερά ακόμα
τους γάντζους στην κοιλιά∙ η τομή ν’ ανοίξει!

Συμφύσεις! Πού είναι; Α, επιτέλους! Να την!
«Πιάσε το καυτό σίδερο, αδελφή, και κάψ’ την!»

«Σου λέω, φίλε, πως η τύχη μέρες σού χαρίζει,
γιατί το σκουληκάκι λίγο ήθελε ακόμα να τρυπήσει.
Βλέπεις ετούτο τον μικρό λεκέ που πρασινίζει;
Άλλες τρεις ώρες και θα είχες απ’ τη βρόμα ξεχειλίσει».

Επίδεσμοι. Κλειστή η κοιλιά, το δέρμα πια ραμμένο.
«Κύριοι, καλημέρα σας!» Η αίθουσα αδειάζει
και ακούω τον Χάρο που τρίζει τα δόντια θυμωμένο
και μουλωχτά προς την παράγκα με τους καρκινοπαθείς πλησιάζει.

⸙⸙⸙


Ο ΓΙΑΤΡΟΣ
ΙI
Η κορωνίδα της Δημιουργίας, το γουρούνι, ο άνθρωπος:
Πηγαίνετε λοιπόν να συναναστραφείτε άλλα ζώα!
Στα δεκαεφτά πιάνει μουνόψειρες,
κυκλοφορεί εδώ κι εκεί ανάμεσα σε αχρείες φάτσες,
έχει εντερικά και κολοβακτηρίδια,
γυναίκες και πληρώνει διατροφές
και στα σαράντα αρχίζει η ακράτεια ούρων.
Λέτε, όλος ο κόσμος –απ’ τον ήλιο ως το φεγγάρι–
να ʼχει στο κέντρο του ένα τέτοιο γρόμπο; Γιατί γαβγίζετε;
Μιλάτε για ψυχή –ποια είναι η ψυχή σας;
Τις νύχτες χέζει η γριά το στρώμα,
κι ο γέρος πασαλείβει τα φτενά του τα μεριά
κι εσείς τιγκάρετε φαΐ τα άντερα σας –
λέτε από χαρά να διασκορπιστήκαν τα πεφταστέρια… ;
Άι, πια! – Από άντερο νεκρό και παγωμένο,
ξερνά το ανθρώπινο αυτό γομάρι αίμα
όπως η γη από άλλες τρύπες φωτιά:
παραπατώντας προς τα πίσω
τον κύκλο του τελειώνει αυτάρεσκα
περνώντας στη σκιά.

⸙⸙⸙

ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΚΑΚΟ
Να μην ξέρεις ξένες γλώσσες
και ν’ ακούσεις για έναν καλό αστυνομικό στα Αγγλικά,
αμετάφραστο στη γλώσσα σου ακόμη.

Να δεις στο λιοπύρι μια μπύρα
και να μην έχεις λεφτά να την πάρεις.

Να έχεις μια καινούργια ιδέα
και να μην μπορείς να τη ντύσεις μ’ έναν στίχο του Χέλντερλιν
όπως κάνουν οι προφεσόροι.

Ν’ ακούς σε ταξίδι τη νύχτα των κυμάτων τον φλοίσβο
και να λες πως δεν είναι δα και τόσο πρωτότυπο.

Χειρότερο: Να είσαι καλεσμένος κάπου,
στο σπίτι σου να έχεις όμως πιο πολλή ησυχία,
ο καφές να είναι καλύτερος
κι επίσης να μην έχεις ανάγκη να ξεδώσεις.

Φρίκη:
Να μην πεθάνεις καλοκαίρι
που είναι όλα λουσμένα στο φως
και το χώμα φτυαρίζεται εύκολα.

⸙⸙⸙

ΣΥΝΑΝΤΗΣΑ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ
Συνάντησα ανθρώπους που
αν κάποιος τους ρωτούσε το επώνυμό τους,
δειλά
–λες και δεν δικαιούνταν όνομα–,
«δεσποινίς Κρίστιαν», έλεγαν, προσθέτοντας:
«Σαν το βαπτιστικό». Δεν ήθελαν ο άλλος να δυσκολευτεί στην κατανόηση.
Δεν είχαν δύσκολο επώνυμο όπως «Ποπιόλ» ή «Μπάμπεντερέρντε», λόγου χάρη.
«Σαν το βαπτιστικό»: Παρακαλώ, μη δυσκολεύετε
τη μνήμη σας!

Συνάντησα ανθρώπους που μεγάλωσαν
με τους γονείς και τέσσερα αδέλφια σ’ ένα δωμάτιο,
που για να κοιμηθούν τη νύχτα, έχωναν στο αφτί το δάχτυλο,
που μελετούσαν στην κουζίνα πλάι στο τζάκι,
που έφτασαν ψηλά: ωραίες εξωτερικά και αρχοντικές σαν κόμισσες και
πράες εσωτερικά, φιλόπονες ωσάν τη Ναυσικά,
με το άσπιλο το μέτωπο αγγέλων.

Αναρωτήθηκα συχνά, χωρίς να βρω απάντηση,
από πού να ʼρχεται η γλύκα αυτή και η καλοσύνη –
ακόμα δεν το έμαθα κι είν’ ώρα πια να φύγω.

⸙⸙⸙

Επόμενη σελίδα

Κύλιση στην κορυφή